Θάλασσα, κύματα και…φαντάσματα-Η συναρπαστική ζωή του καπετάν Νίκου, από το Ρίο - Αντίρριο μέχρι το Newcastle Εκτύπωση
Πέμπτη, 15 Αύγουστος 2019 20:41

 

https://newmedia.thebest.gr/i/w785/qpbcmdeurr58c678744b30b.jpg

 

Mια συνάντηση με μνήμες , λιμάνια και μοράβια

 

O καπετάν Νίκος είναι «ποτισμένος» με την αλμύρα της θάλασσας. Και τώρα που είναι στη στεριά, πάλι δίπλα της βρίσκεται. Θαλασσοδαρμένος για περίπου 40 χρόνια, γύρισε σε ωκεανούς πριν γίνει από τους πρώτους και νεότερους καπετάνιους φέρυ μποτ, του Ρίου- Αντιρρίου. «Κρατούσε» άλλωστε από οικογένεια που είχε δεσμούς με τη θάλασσα. Ο πατέρας του το 1930 είχε καΐκι και έκανε δρομολόγια από το Ρίο στο Αντίρριο.

Ο Νίκος Κουμπουρλής γεννήθηκε το 1932 στο Αντίρριο, όπου και  μένει με τη σύζυγό του και τη μια του κόρη. Απόμαχος πια, με ένα σπουδαίο «απόσταγμα» ζωής , ανοίγει το «άλμπουμ» της ζωής του στο thebest.gr. Φιλόξενος, γενναιόδωρος και σοφός μας διηγείται την ενδιαφέρουσα ιστορία του.

Κύματα, λιμάνια, κίνδυνοι, όλα χωράνε στη θάλασσα «την οποία πρέπει να σέβεσαι, αλλά όχι να φοβάσαι», μας λέει. Η γνωριμία μαζί του τυχαία και φυσικά έγινε στους χώρους του Κεντρικού Λιμεναρχείου της Πάτρας. Άλλωστε λόγω της εμπειρίας του είναι ένα πολύτιμος σύμβουλος σε ζητήματα που έχουν να κάνουν με επιχειρήσεις εντοπισμού αγνοουμένων. Ο καπετάν Νίκος είναι ένας έμπειρος άνθρωπος της θάλασσας, λέει ο (πρώην πια) Κεντρικός Λιμενάρχης Πατρών Δημήτρης Κυριακουλόπουλος και προσθέτει: «Είναι ο τεχνικός μας σύμβουλος κατά κάποιον τρόπο». Τον συναντήσαμε στο Αντίρριο και το "ταξίδι" ξεκίνησε.

Η αρχή

Τον Οκτώβριο του 1946 έρχεται το πρώτο φέρυ μποτ στο Ρίο-Αντίρριο και το καΐκι σταματά τα δρομολόγιο. Λίγο μετά ο καπετάν Νικόλας πιάνει δουλειά ως μούτσος. «Ήταν το Σωκράτης Ιασεμίδης και έπαιρνε 8 αυτοκίνητα μέσα. Εκεί έμεινα 4 χρόνια και στη συνέχεια πήγα στο Πολεμικό Ναυτικό, να υπηρετήσω τη θητεία μου. Έκατσα 27 μήνες».

 
 
 
 
 

Από εκεί και μετά η πορεία του θα έβγαινε από το στενό του Ρίου - Αντιρρίου και από τα ελληνικά χωρικά ύδατα. Ο καπετάν Νικόλας πάει στο Newcastle της Αγγλίας. Ναυτολογείται σε πλοίο το 1954 και μαζεύει εμπειρία. Αφού δίνει εξετάσεις παίρνει το δίπλωμα του πλοιάρχου. Τον Ιανουάριο του  1963 , στα 27 του, επιστρέφει στην πατρώα γη και γίνεται ο μικρότερος σε ηλικία καπετάνιος στο Ρίο-Αντίρριο, πιάνοντας το πηδάλιο του φέρυ μποτ «Ελεάννα». «Στο πρώτο μου δρομολόγιο είχε 8 μποφόρ», θυμάται.

 
 

Δεν ήταν όμως η μοναδική δυσκολία. Θα αναλάμβανε απαιτητική επιχείρηση επί χούντας. Του είχαν αναθέσει να μεταφέρει και να επιβιβάσει και να αποβιβάσει από πολεμικό πλοίο, άγημα του Ναυτικού, το οποίο έπαιρνε μέρος στις Γιορτές Εξόδου στην Ιερά Πόλη του Μεσολογγίου. Ο καιρός λυσσομανούσε και ο κίνδυνος πρόσκρουσης των δύο πλοίων ήταν μεγάλος. Οι χειρισμοί του έπρεπε να είναι επιδέξιοι. Και ήταν. Γι΄αυτό και του έδωσαν επίσημο ευχαριστήριο. «Υπήρχε πολύς καιρός, αλλά ήμουν υποχρεωμένος να το κάνω. Έφυγα από την Πάτρα, ήρθα άκρη - άκρη στο Ρίο και μετά πήγα πρίμα ως το Μεσολόγγι. Πήγα με το ένα πόδι στη φυλακή και με το άλλο στον Εισαγγελέα».

 
 

Το ατύχημα και τα φαντάσματα στο «Ελεάννα»

«Έχω ζήσει μεγάλες περιπέτειες στη ζωή μου. Δυο φορές έχω γλιτώσει από βέβαιο θάνατο. Ένα βράδυ, το 1981, φεύγω από το Αντίρριο, δύο παρά τέταρτο. Και μου μπατάρει ένα φορτηγό με 22 τόνους σιτάρι, το οποίο πλακώνει δύο ΙΧ , με ανθρώπους μέσα, τους οποίους  τους σκεπάζει το σιτάρι. Είχαμε 5 φορτηγά και 2 ΙΧ. Είχαν βάλει τα αυτοκίνητα ανάμεσα στα φορτηγά. Πέφτω σε 9 σχεδόν μποφόρ και το φορτηγό ντελαπάρει. Ζητώ βοήθεια από το Λιμεναρχείο Πατρών μέσω του ασυρμάτου. Πιάνω στο λιμάνι της Πάτρας. Είχαν έρθει πυροσβεστικά και ασθενοφόρα. Ο τότε λιμενάρχης μου έδωσε θάρρος και μου είπε ότι συμβαίνουν αυτά. Ευτυχώς οι άνθρωποι βγήκαν σώοι. Όλοι κάναμε τον σταυρό μας.

Έχω ζήσει όμως και άλλο παράξενο περιστατικό.Γύρω στα 1967. Ένα βράδυ το πλήρωμα από το Ελεάννα που έμενε μέσα στο πλοίο μου είπε ότι το φέρυ έχει φαντάσματα! Το είχα αράξει στον Άγιο Βασίλειο. Στη 1 τη νύχτα βρίσκω όλο το πλήρωμα στην πρύμνη με αναμμένα τα φώτα. Η θάλασσα ήταν λάδι, ούτε κύμα, ούτε τίποτα. Λέω, γιατί δεν κοιμάστε; Στις 6 το πρωί έχουμε δρομολόγιο. Δεν μπορούμε να κοιμηθούμε, υπάρχουν φαντάσματα μέσα στο πλοίο μου απαντούν. Νόμιζα ότι με κοροϊδεύουν. Κλείνουν το φως και μέσα στο μπαρ τα ποτήρια άρχισαν να χτυπούν μόνα τους. Μόλις ανάβαμε το φως σταματούσαν. Λέω βίρα τις άγκυρες. Πάμε στο Ρίο. Την άλλη μέρα πήγα σε παπά. Μου είπε ότι εκεί που έπεσε η πόρτα του πλοίου είχαν σφάξει δέκα αντάρτες και ο καταπέλτης έπεσε πάνω στο αίμα τους».

 
 
 
 

Ξεγέλασε τον θάνατο

«Μια φορά φορτώνουμε το καράβι και πάμε στη Λάρυμνα, στο Σούνιο. Έπρεπε να περάσουμε τον Κάβο Ντόρο. Ο καταπέλτης του καραβιού δεν έκλεινε καλά. Δεν πήγαινε κανένας επάνω να τον κλείσει. Με ένα σύρμα που μου δίνουν τον κλείνω.Με είχανε δεμένο με ένα σκοινί και δεν φαινόμουν. Η θάλασσα με σκέπαζε!

Άλλη φορά , όταν ήμουν στο εξωτερικό, μεταφέραμε σιτάρι από τη Ρωσία.Ο μουσαμάς σκίστηκε και πήρε νερά. Ο λοστρόμος τρέχει να βάλει ένα μαδέρι για το δέσει. Ένα κύμα όμως τον αρπάζει και τον βγάζει από το καράβι. Ευτυχώς ένα άλλο κύμα τον ξαναφέρνει στο πλοίο και καταφέρνει να πιαστεί από μια σωλήνα και γλίτωσε».

Και ο ίδιος όμως έχει βρεθεί σε κίνδυνο. «Πάλι σε επιστροφή από τη Ρωσία , μεταφέροντας σιτηρά,  το καράβι πήρε κλίση σαράντα μοίρες. Βάλαμε σωσίβια να πέσουμε στη θάλασσα. Έρχονται τρία ελικόπτερα από την Ισπανία. Αλλά τελικά δεν πέσαμε στη θάλασσα και το σώσαμε».

 
 

Το 1974 με την επιστράτευση λόγω της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο , επιτάχθηκε να πάει με το Ελεάννα, στο Βόλο και από εκεί στη Λέρο και στη Ρόδο, ώστε να μεταφερθούν όπλα και στρατιώτες. «Δεν είχα πλάνα για τη διαδρομή στη Λέρο και τη Ρόδο. Κινδύνευα στη Λέρο να με χτυπήσουν Τούρκοι από απέναντι. Βγάζω όμως τον μισό στρατό».

 
 

Ο καπετάν Νίκος λέει ότι πια δεν του λείπει η δουλειά στη θάλασσα, άλλωστε το σπίτι του είναι δίπλα σε αυτή. Είναι 50 χρόνια παντρεμένος και έχει δύο παιδιά , έναν γιο και μια κόρη, για τα οποία είναι υπερήφανος. «Γνώρισα καλούς ανθρώπους, μου με αγάπησαν και τους αγάπησα». Τα τελευταία χρόνια της επαγγελματικής του ζωής τα πέρασε στη γραμμή Πάτρα-Ιταλία. «Τη δουλειά μου την αγάπησα, αφού έμπλεξα τι να κάνω;. Τη θάλασσα τη σεβόμουν αλλά δεν τη φοβόμουν. Την έπαιζα στα δάχτυλα».

 
 
 
 
 
 
 
 
 
Πηγή:thebest.gr.