Τα τσουράπια – του Γιώργου Παπαθανασόπουλου Εκτύπωση
Πέμπτη, 03 Οκτώβριος 2019 14:54

21076851_10212618868320167_1461432522_n.jpg

Φωτογραφία από τον Εύηνο ποταμό, το κείμενο από τα καπνοχώρια παραδίπλα.

Πρώιμη καλλιέργεια πρώιμη σοδειά, λέγανε κάτι παλιοί. Όταν έμπαινε ο Φλεβάρης άρχιζε η κουβέντα στο σπίτι, πρέπει να σπείρουμε τα φ’ντάνια. Φυτώρια τα λένε τώρα, εμείς τα λέγαμε φ’ντάνια και κάτι ξενομερίτες – παντού και πάντοτε υπάρχουν ξενομερίτες -, φυντάνια, ή και φουντάνια τα είχα ακούσει, αλλά εμείς αυτά τα κοροϊδεύαμε, γελάγαμε κρυφά, φ’ντάνια τα λέγαμ’ εμείς.

Όργωναν το χωράφι και μετά με το ξινάρι μάζευαν το χώμα από δω κι από κει και κάνανε στενόμακρες φ’ντανιές τη μια δίπλα στην άλλη. Τις χώριζαν μ’ ένα αυλάκι, ίσα για να περνούν να ποτίζουν με το ποτιστήρι και να βοτανίζουν τ’ αγριόχορτα. Σκάλιζαν καλά το χώμα να τριφτούν οι σβώλοι, οι μπλάνες, όπως τις λέγανε, να γίνει το χώμα σαν αλεύρι. Το τάιζαν με κουμαρόχωμα, μαύρο κατράμι, που το ‘φερναν απ’ το λόγγο με τις κουμαριές.

Μετά τις είκοσι του μήνα έριχναν το σπόρο. Θυμάμαι κάτι μάλλινα νοτισμένα τσουράπια γεμάτα σπόρο – οι σπόροι ήταν μαύροι σαν τα ψιλά τα σκάγια – δίπλα στο παραγώνι, στη ζεστασιά για να σκάσει το φύτρο και μετά να πέσει στη γη. Μετά τις είκοσι του Φλεβάρη και μόλις έσκαγε καλά το φύτρο μέσα στο τσουράπι, έριχναν προσεχτικά το σπόρο στη γη, ούτε πολύ δασί, ούτε εντελώς αρί, παν μέτρον άριστον.

Κάποιοι τολμηροί θιασώτες της πρώιμης καλλιέργειας, τα ‘σπερναν νωρίτερα. Όταν τα ευνοούσε ο καιρός αυτά τα πρώιμα γίνονταν καλύτερα, όμως αν στράβωνε κάτι και τα πετύχαινε φυτρωμένα κανένας πάγος, εκεί στα μισά του Φλεβάρη, η καταστροφή ήταν αναπόφευκτη. Τότε τα ‘σπερναν ξανά, αλλά η δουλειά ήταν χαλασμένη κι έρχονταν πολύ πίσω, πιο πίσω κι από τους όψιμους.

Η θειά η Κωσταντίνα το βιάστηκε μια χρονιά, ο σπόρος είχε πετάξει φύτρο μέσα στο τσουράπι, είχε τις φυντανιές έτοιμες, την ξεγέλασε κι ο καιρός και τα ‘σπειρε τ’ Αγίου Χαραλάμπους. Ήταν ο καιρός που χάλασε μετά; ποιος να ξέρει τί ήταν; το φυτό δεν έλεγε να το πάρει απάνω του, δεν σήκωνε μπόι. Τ’ άλλα στη γειτονιά τα πιο όψιμα μεγάλωναν μια χαρά, το δικό της έμεινε εκεί μέσα στη γη κι ας ήταν πρώιμο, από τ’ Αγίου Χαραλάμπους είναι έτσι το ρ’μαδιακό, έλεγε.

Ήρθε ο Απρίλης, αναβρασμός στη γειτονιά, οι άλλοι έβγαζαν φυντάνια, καλάθες ολόκληρες και τα μεταφύτευαν στα χωράφια. Της θειάς της Κωσταντίνας της υποσχέθηκαν ορισμένοι να της δώσουν: να τελειώσουμε πρώτα εμείς κι ο,τι περισέψει δικό σου, της είπαν. Η θειά η Κωσταντίνα έβλεπε τα ωραία φυντάνια των άλλων κι έκλαιγε με μαύρο δάκρυ. Πήγε να δει και το δικό της. Αυτό είχε μείνει μέσα στη γή, λες και δεν ήρθε Απρίλης για κείνο. Σήκω κι εσύ Μπάμπη μ’, την άκουσαν να μονολογεί, καθώς το κοίταζε γεμάτη οργή.