headerphoto
Διαφήμιση
ΠΕΡΙΣΤΑ:ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ από τα ΠΑΛΙΑ ...ΤΑ ΠΙΟ ΩΡΑΙΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝNA PDF Εκτύπωση E-mail
Τετάρτη, 06 Ιανουάριος 2021 00:17

Η εικόνα ίσως περιέχει: ένα ή περισσότερα άτομα, άτομα που παίζουν μουσικά όργανα και άτομα που κάθονται

 

 
ΠΕΡΙΣΤΑ
 
Για να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι νεότεροι.
 
Η αφήγηση είναι του Θόδωρου Καλτσά όπως την έζησε την Δεκαετία του '60.
 
Διορθώσεις κειμένου Γιάννης Καλτσάς. Απολαύστετο....
 
ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ απο τα ΠΑΛΙΑ
 
Ένα επίκαιρο αφήγημα μιας άλλης εποχής. Στο όνομα του χωριού που αναφέρεται θα μπορούσε να είναι ένα οποιοδήποτε χωριό της Ελληνικής υπαίθρου την δεκαετία του 1960 και πριν..
ΤΑ ΠΙΟ ΩΡΑΙΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝNA
 
Ο Άνινος έχει από πολύ καιρό φορέσει την κάτασπρη φορεσιά του και ο Ψώριαρης προσπαθεί να του μοιάσει. Στο χωριό μια γαλήνια ησυχία, κρύο που να περονιάζει τα κόκαλα και ο αέρας να μυρίζει καυσόξυλα. Διακόσια σπίτια, διακόσια αναμμένα τζάκια.
Οι κάτοικοι του χωριού λιγοστοί ακόμη επί το πλείστον νέα κορίτσια και γυναίκες διαφορετικής ηλικίας.
Λίγοι οι νέοι, άνδρες μόνον μεσήλικες και γέροι. Το σχολείο με αρκετά παιδιά που σαν σχολνά γιομίζουν όλα τα σοκάκια από τα ξεφωνητά και τα παιγνίδια τους.
 
Όταν υπήρχε χιόνι το χωριό χωριζόταν στη μέση και άρχιζε ο χιονοπόλεμος, πάντα ο πάνω μαχαλάς με τον κάτω, δύο στρατόπεδα ασυμβίβαστα φανατικά που στον ¨πόλεμο¨ έπαιρναν μέρος και οι μεγαλύτεροι σαν διαιτητές αλλά έτρωγαν, τις πιο πολλές χιονιές, την ανακωχή την έφερνε πάντα το κρύο όταν τα χέρια μας παγώνανε και δεν μπορούσαμε ούτε να τα κουνήσουμε.
 
Πέντε μαγαζιά στην Περίστα τρία καφεπαντοπωλεία, ένα παντοπωλείο και ένα σκέτο καφενείο που το καθένα έχει την αναμμένη σόμπα του και γύρο - γύρο τα γεροντάκια να διηγούνται ιστορίες και ανδραγαθήματα περασμένων χρόνων. Υπάρχει και το κρεοπωλείο του Ζύγουρα που λόγο σαρακοστής δεν σφάζει.
 
Το κοινοτικό γραφείο διέθετε και τηλέφωνο το μοναδικό στο χωριό για ώρα χρεία. Ο αείμνηστος μπάρμπα Κώστας Ράπτης, γραμματέας της κοινότητας, πάντα στο πόστο του. Το τηλέφωνο του χωριού μας έμοιαζε σαν προπολεμικό ράδιο μεγάλο σαν κασέλα που το ακουστικό μόνον ζύγιζε μισό κιλό, για να βγάλεις Πλάτανο ή Πέρκο έπρεπε να κουρντίζετε για αρκετή ώρα.
 
Το ραδιόφωνο στο χωριό σχεδόν ανύπαρκτο μόνον τα δύο από τα πέντε μαγαζιά διέθεταν τέτοια πολυτέλεια, και τα μοναδικά στο χωριό, τις καλές μέρες τα είχανε στο παράθυρο και άκουγε το χωριό ολόκληρο.
 
Στα σπίτια σαν βράδιαζε οι γυναίκες και τα παιδιά μαζευόντουσαν γύρο στη γωνιά στο παραγώνι που τα κούτσουρα το ένα διαδεχόταν το άλλο κρατώντας την φωτιά στις δόξες της.
 
Ατέλειωτες βραδιές, κάτω από το λιγοστό φως της λάμπας πετρελαίου ή του καντηλεριού (ο ηλεκτρισμός στην Περίστα και γενικά στην ορεινή Ναυπακτία ήρθε το 1970) η μάνα πάντα να πλέκει μάλλινα, πότε τσουράπια, (κάλτσες) πότε πουλόβερ, πότε χερότια, (γάντια χωρίς δάκτυλα μόνον με τον αντίχειρα) τα κορίτσια να κεντούν την προίκα τους, τα μικρά παιδιά να προσπαθούν να διαβάσουν έχοντας στο μυαλό τους την κρανίσια βέργα του δάσκαλου που δεν αστειευόταν, οι γιαγιάδες να διηγούνται πάντα με ζηλευτό και πιστευτό τρόπο ιστορίες για δαιμονικά και βρικόλακες για νεράιδες και καλικάντζαρους για τα πάγανα και τα στοιχειά σε σημείο που τα μικρά παρατούσαν το διάβασμα και στριμωχνόντουσαν πάνω στο παραγώνι.
 
Η μόνη που έμενε αμέτοχη απ΄ όλα αυτά και κοιμόταν ήταν η γάτα του σπιτιού, πάντα την πρώτη θέση πάνω στη γωνιά μισοκαμένη από τα κάρβουνα .
Την μονοτονία του χωριού την έσπαγε η καμπάνα δύο φορές την ημέρα που καλούσε τα παιδιά στο σχολείο που μαζί με την σχολική εργασία, οι υποχρεώσεις του μικρού μαθητή ήταν να φέρει και ένα ξύλο για την σόμπα, που ο μόνος που χαιρόταν την θαλπωρή της ήταν ο δάσκαλος.
 
Ξεχωριστές μέρες της εβδομάδος ήταν η Δευτέρα, η Τετάρτη και η Παρασκευή που ερχόταν ο ταχυδρόμος το πρωί και το αυτοκίνητο από το Θέρμο το απόγευμα.
 
Όσο προχωρά ο Δεκέμβρης και πλησιάζουν οι γιορτές το χωριό γεμίζει ξανά κόσμο από τους ταξιδιώτες Περιστιάνους ανα την Ελλάδα, που έρχονται να γιορτάσουν τα Χριστούγεννα με τις οικογένειές τους.
 
Τα καφενεία του χωριού είναι ασφυκτικά γεμάτα, λόγου κρύου η ρακί κατεβαίνει εύκολα, οι συζητήσεις περί πολιτικής και για άλλα καυτά θέματα πολύ έντονες, είναι όλοι τους καλά ενημερωμένοι για όλα, εμπιστευτικά από πρώτο χέρι. Τα προβλήματα του τόπου μας και του κόσμου λύνονται στην Περίστα τέτοιες μέρες.
 
Δεκαπέντε του Δεκέμβρη μεσημέρι, το χιόνι στην πλατεία ξεπερνά το ένα μέτρο και ρίχνει ακόμη ασταμάτητα, τον Πέρκο έχουμε να τον δούμε από χθες, χιόνι παντού χιόνι, δεν διακρίνεται τίποτα πέρα από δέκα μέτρα, ουρανός και γης σμίξανε γίνανε ένα.
 
Παντού ησυχία δεν ακούγεται τίποτα μόνον το χιόνι που πέφτει πάνω στο χιόνι. Αυτοκίνητο δεν ήρθε ούτε σήμερα μια εβδομάδα τώρα και αν συνεχίσει έτσι ποιος ξέρει, ίσως ούτε την άλλη εβδομάδα
 
Την ίδια ώρα κάθε βράδυ στις «Ώρα Ελλάδος είκοσι » και από τα διό ραδιόφωνα ακούγονται οι ειδήσεις: «κακοκαιρία πλήττει την νοτιοδυτική Στερεά Ελλάδα, πολλά χωριά έχουν αποκλειστεί από το χιόνι και ελικόπτερα τους πετούν τροφές φάρμακα κ.λ.π.». Τον Περιστιάνο δεν τον ανησυχούν κάτι τέτοια, σαν τον μέρμηγκα του Αισώπου έχει πασχίσει από πολύ πριν, το κασόνι είναι γεμάτο αλεύρι, φασόλια, πατάτες αρκετές, τα βαρέλια με το κρασί γεμάτα, σωρός τα ξύλα για την φωτιά, το γουρούνι τετράπαχο, ο Θεός να φιλά από αρρώστια μόνον, αλλιώς δεν του νοιάζεται καθόλου, άστον να ρίξει δέκα μέτρα.
 
Εδώ ταιριάζουν οι στίχοι του ποιητή μας Θανάση Παπαθανασόπουλου:
Χειμώνα καλωσόρισες στ’ απάτητα βουνά μου.
Με βρήκες με τα κούτσουρα στο παραγώνι ανάρια
με τα κασόνια ολόγιομα απ’ τα πολλά καλά μου
και με τα μπρούσικα κρασιά κλειστά στα γιοματάρια.
Σύρε, γυναίκα, βάλε μου στην κούπα κοκκινέλι
Και γύρε να πλαγιάσουμε σιμά στο παραγώνι.
Μη γνοιάζεσαι για τίποτα και δράμι μη σε μέλει.
Καλά που κάνει παγωνιά, καλά που ρίχνει χιόνι
Στα καφενεία οι οικονομισμένοι το έχουν στρώσει στην «πόκα» και το «τριανταένα», σορός τα χρήματα πάνω στα τραπέζια, παίζουν άφοβα, ο νόμος περί τυχερών χαρτοπαιχτικών παιγνιδιών με τις ποιό πολύ αστείες παρά σοβαρές συνέπειες είναι μακριά, ο χωροφύλακας με τέτοιο καιρό δεν έρχεται. Τις καλές μέρες βάζανε έναν μικρόν με μια σφυρίχτρα να φυλάει τον δρόμο που ερχόταν από Πλάτανο. Οι «αστείες» συνέπειες ήταν το αυτόφωρο, κατάσχεση χρημάτων,
(απ΄αυτά είχανε δεν τους ένοιαζε) τραπεζιών και καρέκλες, όλα έπρεπε να κουβαληθούν στο τμήμα στον Πλάτανο.
 
Η άλλη μέρα ξημέρωσε πολύ ποιο καθαρή, λίγη συννεφιά αργότερα θα βλέπαμε και τον ήλιο. Το κρύο αρκετό. Όλα άσπρα, όσο φτάνει το μάτι παντού χιόνι, μόνον ο ουρανός έχει άλλο χρώμα. Τα σπίτια κουκουλωμένα κάτω από το χιόνι είναι όλα τα ίδια ο Θεός δεν αδίκησε κανένα όλα έχουν την ίδια ποσότητα.
 
Σήμερα είδαμε και τον γειτονά μας τον Πέρκο κάτασπρος πατόκορφα, μας φάνηκε ποιο παχύς, μεγαλύτερος, ίσως και λίγο ποιο κοντά στο χωριό μας. Ο Ψώριαρης ανταριασμένος, σημάδι πως θα έχουμε ξανά χιόνι, φαινόταν σαν να ψαχνόταν να βρει τα σύνορά του με τον Ζυγό στην Άγια-Σωτήρα και το βουνό του Πέρκου. Ο Άνινος, θεόρατος θηργιοκομένος γίγαντας, με το κεφάλι του πάντα χωσμένο στα σύννεφα δεν τον νοιάζει τη συμβαίνει γύρο του.
 
Με το χιόνι πέσανε και κυριαρίνες κοντά στο χωριό ψάχνοντας να βρουν κάτι να φάνε, τα αγκίστρια πάντα έτοιμα, στήσιμο στην κατάλληλη τοποθεσία και η φασουλάδα αντικαθιστούταν με το νόστιμο... σαρακοστιανό πιλάφι.
 
Τα καφενεία στο χωριό όπως και χθες γεμάτα από άντρες, οι ίδιες συζητήσεις γύρο από την σόμπα και πιο πέρα τα ίδια άτομα να παίζουν χαρτιά, κάθε μέρα τα ίδια πράγματα, μια ευχάριστη μονοτονία.
 
Το ραδιόφωνο μεταδίδει για επιδείνωση του καιρού και προμηνύονται καινούργιες χιονοθύελλες κ.λ.π. αλλά δεν δίνη κανένας σημασία. Μόνον κάποιος ρωτά: Ακούσατε τίποτα; Μου φάνηκε σαν νάκουσα τον ταχυδρόμο, Για σιώπα! Ναι μωρέ ο ταχυδρόμος είναι, κουφαθήκατε όλοι σας. Σε δυο λεπτά ο ταχυδρόμος μπροστά στην πόρτα κτυπούσε τα πόδια του κάτω να τινάξει το χιόνι από τα παπούτσια του, ενώ από τα ρουθούνια του και το ανοιχτό στόμα τα χνότα του βγαίνανε σαν ηφαίστειο. - Βρε Γιάννο; Βρε θηρίο; Πως τα κατάφερες με τέτοιον καιρό μωρέ; Μπράβο ρε Κορδώνη! Βασίλου δώσε στον Γιάννη κάτι να πιεί.
 Πλάτανος: Αφιέρωμα στον ταχυδρόμο μπάρμπα Γιάννο Κορδώνη
Ο Ταχυδρόμος μας δυο μέτρα ψηλός, με δυο μάτια μεγάλα, τα μάγουλά του κατακόκκινα από το κρύο, πέτσινο καπέλο που του σκέπαζε αυτιά και σβέρκο, ημίκοντο πέτσινο μπουφάν με μεγάλη ζώνη στη μέση, τα χέρια του χωσμένα μέσα στα γάντια και να κρατά την πελώρια γκλίτσα του, με την μεγάλη πέτσινη τσάντα περασμένη γύρω στον ώμο του μας χαμογελούσε χαρούμενα και μαζί του χαιρόταν και χαμογελούσε το χωριό ολόκληρο. Ήρθε μόνος του χωρίς το μουλάρι του την Ρούσα, το λυπότανε το ζώο, που να βγει το ζωντανό με τέτοιο καιρό;.
 
Οι μέρες για τα Χριστούγεννα πλησιάζουν. Ο καιρός πολύ καλύτερος, σταμάτησε να ρίχνει χιόνι, ηλιόλουστες μέρες, ήλιος με δόντια που λένεγιατί το κρύο είναι τρομερό.
 
Σήμερα μετά από δεκαπέντε μέρες ήρθε και το αυτοκίνητο από το Θέρμο , φέρνοντας και τους τελευταίους ταξιδιώτες και γεμάτο εμπορεύματα.
 
Οι νοικοκυρές στρώσανε τις καινούργιες πολύχρωμες κουρελούδες στο πάτωμα, φκιάξαν φρέσκο καθάριο ψωμί, τηγανήτες για γλύκισμα, έτοιμα και τα μπαχαρικά για την «ματιά», όλα έτοιμα τα σπίτι α λάμπουν από καθαριότητα.
 
Τα παιδιά περίμεναν τις γιορτές με ιδιαίτερη χαρά. Οι αιτίες πολλές: Πρώτα – πρώτα θα κλείσει το σχολείο και παιγνίδι όλη την ώρα, το γουρούνι που θα σφαχτεί και η «φούσκα» που θα την κάνουν μπάλα, και το σπουδαιότερο τα κάλαντα που θα τα κονομήσουν.
Φτάσαμε στην παραμονή της μεγάλης γιορτής, από χαμπούλια πολύ πρωί δυο τρις παρέες με τρία ή τέσσερα άτομα με τα μαχαίρια στο χέρι έπαιρναν τα σπίτια σβάρνα για να σφάξουν τα χοιρινά των κατοίκων. Δεν περνά πολύ ώρα και από όλες τις γειτονιές του χωριού ακούγονται τα απελπιστικά τους σκουξίματα. Το σφαγμένο γουρούνι, (μέλημα και φροντίδα ολόκληρης χρονιάς) το κρεμούν ανάποδα σ΄ένα γερό πάτερο του κατωγιού. Εκεί το γδέρνουν και το ξεκοιλιάζουν. Με προσοχή αφαιρούν και τη «φούσκα» και την δίνουν στα παιδιά που την περιμένανε με ανυπομονησία. Μένει έτσι κρεμασμένο για δυο μέρες να στραγγίσει, στο στόμα του χώνουν ένα λεμόνι και στα ανοιχτά στήθια του καρφώνουν ένα μαχαίρι και ένα πιρούνι δήγμα καλής φιλοξενίας.
 
Η νοικοκυρά κόβει μερικά κομ άτια κρέας και τα πετά στα αναμένα κάρβουνα. Σαν μισοψηθούν τα δίνει στους μακελάρηδες με ένα τσουκάλι κρασί για τον κόπο τους, ευχαριστημένοι το τρώνε πίνουν και το κρασί βιαστικά στα όρθια, εύχονται και στους νοικοκυραίους : «καλουφάουτου, χρόνια πουλά κι τ΄χρόν΄ καλύτηρα» και φεύγουν, έχουν πολλά σπίτια να επισκεφτούν πρέπει να τα προλάβουν όλα. Αλίμονο στα γουρούνια που μένουν τελευταία, υποφέρουν, μεθυσμένοι καθώς είναι όλοι τους παιδεύουν το ζώο αρκετά, πολλές φορές αφού τους πετά όλους μέσα στις λάσπες τους ξεφεύγει μισοσφαγμένο και η επιχείρηση γίνεται πιο δύσκολη, στο τέλος τα καταφέρνουν.
 
Αμέσως μόλις φύγουν από το σπίτι η νοικοκυρά έχει το πρόγραμμά της. Να πλύνει καλά τα εντόσθια, προπαντός τα έντερα που με δεξιοτεχνία χρησιμοποιεί τον «αδράκτη» να τα γυρίσει ώσπου να είναι σίγουρη για την καθαριότητα Πρέπει να ετοιμάσει και τις «ματιές» τα μεγάλα έντερα του ζώου τα γεμίζει με διάφορα εντόσθια όπως πνευμόνια συκώτι, κρέας κ.λ.π. πλασμένα με ωραία μπαχαρικά, αλάτι, μπόλικο πιπέρι και μαύρη σταφίδα, τις βάζει σε ένα μεγάλο ταψί και θα τις σιγοψήσει στην γάστρα πάνω στη γωνιά που πάντα καίει. Ο μικρός που πήρε την «φούσκα» έχει κι΄αυτός δουλειά πριν την κάνει μπάλα, καλό καθάρισμα με ζεστό νερό και θα την κατεργαστεί με στάχτη χτυπώντας την σε μια ίσια πέτρα ώσπου στεγνώνει, πριν τη φουσκώσει θα τις βάλει δυο-τρία σπυριά καλαμπόκι μέσα για θόρυβο, φούσκωμα με το στόμα και η μπάλα είναι έτυμη για παιγνίδι.
 
Τα μεσάνυχτα ακούγεται ο γλυκός και γνώριμος ήχος της καμπάνας του Αγίου Αθανασίου καλώντας μας στην Εκκλησία για το μεγαλείο της Θείας Γέννησης.
 
Γεμίζουν όλα τα σοκάκια με μικρά φωτάκια , όλοι οι δρόμοι οδηγούν στην εκκλησία Του Αγίου που τα κορίτσια του χωριού την έχουν κάνει να αστράφτει από την καθαριότητα. Ο αείμνηστος Παπαγιώργης με την κρυστάλλινη γλυκιά φωνή του ψέλνει το «Χριστός γενάτε σήμερον».
Οι Περιστιάνοι με κατάνυξη παρακολουθούν την Θεία λειτουργία, οι γριούλες κάνουν συνεχώς μετάνοιες και σταυροκοπιούνται. Βασανισμένες μορφές, τυραγνισμένος κόσμος, λιπόσαρκα ρουφηγμένα πρόσωπα, ροζιασμένα ευλαβικά χέρια.
 
Τα παιδιά λίγο ακατάστατα στέκονται όρθια μπροστά στην μεγάλη κολόνα της εκκλησιάς, γελούν με το αστείο πρόσωπο του καντηλανάφτη, που με τη γλώσσα έξω και δαγκωμένη με ένα πελόριο μακρύ ξύλο αγωνίζεται να ανάψει τα κεριά του πολυέλεου.
 
Όταν σχολάσει η Εκκλησία όλοι ανταλλάσσουν ευχές: «Χρόνια πουλά κι τ΄ χρόν νάμαστοι καλά, καλά δειξίματα, να ζήσ΄ ου άντρας κι τα πιδιάσ » κ.λπ. Οι χωριανοί μετά πηγαίνουν βιαστικά στα σπίτια τους το κρύο ανυπόφορο, τους περιμένει και η «ματιά», η σαρακοστή τελείωσε, Δόξασε Ο Θεός.
 
Την ημέρα των Χριστουγέννων όλοι ξυπνούν αργά, η νοικοκυρά πριν αρχίσει να ετοιμάσει το Χριστουγεννιάτικο τραπέζι θα βάλει σ΄ένα σακούλι ψωμί, ένα καλό κομμάτι κρέας, τυρί, καρύδια και μία ταμπουζάνα κρασί, θα τα δώσει στον μικρό γιο της και θα τον στείλει στο σπίτι της χαροκαμένης χήρας και τα ορφανά της με την ορμήνια: «αν σει ρωτείσ κανένασ που πας ησύ
ανάσα δε θα βγάλσ, τάϊξεις;»
 
Το Χριστουγεννιάτικο τραπέζι πλούσιο. Όλοι οι συγγενείς μαζί. Σε όλα τα σπίτια το ίδιο διαιτολόγιο: μπριζόλες, σούφλα, μεγηρευτό όλα ίσον χοιρινό κρέας με διαφορετική γεύση.
 
Κάποια «κυραλίτισσα» την επομένη μέρα της γιορτής ρωτά έναν μικρό: Εσείς εχτές φάγατε χοιρινό στο σπίτι σας; και ο μικρος που δεν πολυκατάλαβε τι τον ρωτούσε απαντά: Οχ υμείς έφαγαμ γρούν.
 
Η μέρα τελειώνει χαρούμενα, διαφορετικά από τις άλλες. Την επομένη η νοικοκυρά θα κάνει τα πικάντικα πιπεράτα λουκάνικα που είναι τα καλύτερα της περιοχής.
 
Οι μέρες που μας χωρίζουν από την πρωτοχρονιά είναι όλες γιορτάσημες, στα καφενεία όλοι γελαστοί και χαρούμενοι αλληλοκεράσονται, οι ίδιες έντονες συζητήσεις, πάντα οι ίδιοι να παίζουν χαρτιά. Το μα γαζί της πλατείας πάντα έχει την μεγαλύτερη κίνηση, πουλάει απ΄ όλα δεν του λείπει τίποτα, συνέχεια μπαινοβγαίνει κόσμος ν΄ αγοράσει κάτι.
 
Παραμονή πρωτοχρονιάς τα παιδιά του σχολείου όλα μαζί αγόρια και κορίτσια θα πάνε από σπίτι σε σπίτι για να πουν τα κάλαντα , οι εισπράξεις για τις ανάγκες του σχολείου. Πολλές φορές τα κάλαντα λεγόντουσαν και από τον σύλλογο Περιστιάνων που τις εισπράξεις τις διέθεταν για διάφορα έργα στο χωριό.
 
Τα παιδιά πολύ ανυπόμονα για το ¨ποδαρικό¨ του νέου χρόνου που θα γιομίσουν φραγγοδύφραγγα. Οι παρέες και οι συνεταιρισμοί μεταξύ τους δημιουργούνται και διαλύονται πολλές φορές. Καταστρώνονται σχέδια, στα σπίτια με τους παραλήδες που τα ΄χουνε και είναι ανοιχτοχέρηδες πρέπει να πάνε πρώτα. Ο πρώτος παίρνει και τα πιο πολλά Ξέρουν και τους σφικτοχέρηδες, αυτούς, μετά με την σειρά έναν μετά τον άλλον.
 
Τον Αϊ-Βασίλη με τα παιγνίδια στην πλάτη φορτωμένο, που όπως λένε τα μοιράζει τσάμπα, ούτε που τον σκέπτεται, ποτέ δεν ήρθε στο χωριό μας, ούτε πρόκειται να περάσει, άλλωστε πως ν΄ αρθεί με τέτοιον καιρό γέρος άνθρωπος;
 
Ανήμερα πρωτοχρονιάς το βράδυ οι οικογένειες, μαζί με συγγενείς και φίλους μαζεμένοι σε ένα σπίτι περιμένουν την αλλαγή του χρόνου, τραγουδώντας, χορεύοντας και παίζοντας τριανταένα για το «καλό του χρόνου».
 
Πλησιάζοντας μεσάνυκτα όλων τα μάτια είναι καρφωμένα πάνω στο ξυπνητήρι του σπιτιού
μετρώντας τα τελευταία δευτερόλεπτα του χρόνου που φεύγει. Δώδεκα η ώρα ακριβώς από όλους τους μαχαλάδες του χωριού ακούγονται απανωτοί πυροβολισμοί, έθιμο για το καλωσόρισμα του καινούργιου χρόνου. Ακολουθούν οι σχετικές ευχές και σιγά-σιγά πάει ο καθένας στο σπίτι του για ύπνο. Πολύ άντρες πάνε στα καφενεία που θα το στρώσουν στα χαρτιά μέχρι που θα ξημερώσει για καλά.
 
Τα παιδιά δεν τα κολλάει ύπνος από την αγωνία και τον φόβο μαζί, μην τυχόν και δεν ξυπνήσουν στην ώρα τους και χάσουν την «πρωτιά». «Καλμ έρα, χρόνια πουλά καλή χρονιά να πηράσουμι, ... κι τ΄χρόν.... ευχαριστώ».
 
Βιώματα και ιστορίες που ποτέ δεν θα ξαναζήσουμε γιατί εμείς είμαστε η τελευταία γενιά που έζησε στο χωριό με τις παραπάνω εμπειρίες και σύμφωνα με τα πατροπαράδοτα έθιμα των ημερών. Τώρα δεν σκούζουν γουρούνια την παραμονή των Χριστουγέννων. Τα χαράματα της πρωτοχρονιάς δεν υπάρχουν οι παρέες των παιδιών να κτυπάν τις πόρτες των συγχωριανών για το ποδαρικό, ούτε θα ξανακουστεί από τον τετραπέρατο πιτσιρικά του χωριού, που όταν του παραπονέθηκε η φιλότιμη Περιστιάνα ότι είναι ακόμη άγρια νύχτα και θέλει πολύ ώρα να ξημερώσει, εκείνος απάντησε πως στον Πέρκο τάπανε από ώρα!!!. Οι αναμνήσεις μας είναι βάλσαμο και κάθε χρόνο τέτοιες μέρες. Νοερά γινόμαστε παιδιά στις γειτονιές της Περίστας ζώντας τα καλύτερα Χριστούγεννα.
ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ
 
Διαφήμιση