headerphoto
Διαφήμιση
Ήθη, έθιμα και δοξασίες των Χριστουγέννων στα χωριά μας. (Χριστούγεννα που χάθηκαν) PDF Εκτύπωση E-mail
Δευτέρα, 21 Δεκέμβριος 2020 20:42

Η εικόνα ίσως περιέχει: 1 άτομο

Η εικόνα ίσως περιέχει: τον Τσάμης Γιώργος

Γράφει ο  Γιώργος Τσάμης

 
«Ἔλα, κι ἡ γωνίτσα μας καρτερεῖ νὰ ῾ρθεῖς.
Σοὔστρωσα, Χριστούλη μου, γιὰ νὰ ζεσταθεῖς
»
Θέλοντας να αποτυπώσουμε όσο το δυνατόν πιο πιστά τα εορταστικά ήθη και έθιμα και την ατμόσφαιρα μιας άλλης εποχής, θα πρέπει να μεταφερθούμε νοερά εκεί γύρω στις αρχές της δεκαετίας του 1960, στο τρίτο δεκαήμερο του Δεκέμβρη, παραμονές των Χριστουγέννων. Στο λαϊκό εορτολόγιο η περίοδος αυτή από την παραμονή των Χριστουγέννων έως τα Θεοφάνια ονομάζεται “Δωδεκαήμερο” ή “Δωδεκάμερο”, γιορτάζοντας τρείς μεγάλες γιορτές, τα Χριστούγεννα, την Πρωτοχρονιά και τα Φώτα.
Σε μια εποχή που τα βασικά αγαθά, η επαρκής πληροφόρηση και οι στοιχειώδεις ανέσεις ήταν σε ανεπάρκεια στην ελληνική ύπαιθρο , οι γιορτές μαζί με τα έθιμά τους, έρχονταν για να προαναγγείλουν τον ερχομό της άνοιξης, να τονώσουν και να ανυψώσουν όχι μόνο το αίσθημα της θρησκείας και της οικογένειας αλλά και το ατομικό μας φρόνημα. Κι επειδή εμείς οι μικρότεροι - παιδιά τότε- δεν μπορούσαμε να ξεχωρίσουμε που σταματά ο μύθος και πού αρχίζει η πραγματικότητα, μείνανε χαραγμένες ανάκατα στη μνήμη μας, παραστάσεις συνδυασμένες με παραμύθια, έθιμα και δοξασίες όπως είναι τα κάλαντα, το Χριστόψωμο, ο Αϊ Βασίλης που ποτέ στα χωριά μας δεν είδαμε τα δώρα του, παρά μόνο ακούγαμε πως κατεβαίνει από την καμινάδα του τζακιού μας ή τους Καλικάντζαρους, τα περίεργα ξωτικά, που πιστεύαμε πως κυκλοφορούσαν και πείραζαν τους ανθρώπους μιας και τα “νερά ήταν αβάπτιστα”, ο Χριστός, δηλαδή, δεν είχε βαπτισθεί ακόμη.
Σε όλο αυτό το διάστημα, σε κάθε περιοχή της Ελλάδας, υπήρχαν διάφορα έθιμα κι όχι μόνο στην χώρα μας, αλλά και στα Βαλκάνια κι ακόμα παραπέρα. Τα έθιμα των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς μπορεί να διαφέρουν από τόπο σε τόπο, έχουν, όμως, έναν κοινό παρονομαστή: την ελπίδα που φέρνει η γέννηση του Χριστού. Μόνο που σε σχέση με τις εποχές, άλλα έθιμα άντεξαν στο χρόνο κι άλλα ξεθώριασαν γιατί απλά το καθένα τους για να διατηρηθεί ή να αναβιώσει θέλει τον τόπο του, τον χρόνο του και τον τρόπο του, γι αυτό και τα περισσότερα έχουν χαθεί.
Για τα έθιμα ανά την Ελλάδα υπάρχουν ενδιαφέροντα στοιχεία σε πολλές πηγές. Ενδεικτικά να αναφέρουμε εκείνα που ξεχωρίζουν όπως οι Μωμόγεροι, τα Ραγκουτσάρια, και τα «τσιτσί» στην Βόρεια Ελλάδα, τα καρκατζόλια, τα τσιλικρωτά, οι τηγανίδες και το κυνήγι στη Μάνη, τα καρακατζόλια και η ζύμη στην Κρήτη, τα καρύδια και το αναμμένο πουρνάρι στην Ήπειρο, η κουλούρα της Ζακύνθου και πολλά άλλα νησιώτικα και στεριανά που σίγουρα μας διαφεύγουν.
Τα συγκεκριμένα όμως έθιμα που αναφέρονται παρακάτω και είναι ο κύριος σκοπός του αφηγήματος αυτού, , τα συναντάμε σε πάρα πολλά σημεία της Ρούμελης, και αλλού και φυσικά στα χωριά μας.
1/Ο στολισμός των σπιτιών, η ανταλλαγή δώρων και τα κάλαντα. Φυσικά εκείνη την εποχή δεν υπήρχε στα σπίτια το χριστουγεννιάτικο δέντρο με τα λαμπιόνια του, υπήρχε όμως ένα κλωνάρι έλατου στις αυλόπορτες των σπιτιών ή μια αναμμένη λάμπα πετρελαίου -πριν έρθει το ηλεκτρικό- σε κάποια αυλή ή μπαλκόνι για να μας θυμίζει την νυχτερινή κατάνυξη και το εορταστικό των ημερών. Ήμασταν παιδιά αλλά θαρρώ πως στα χωριά μας λόγω των στερήσεων μεγαλώσαμε και ωριμάσαμε λίγο πιο γρήγορα. Γι αυτό χωρίς παράπονα είχαμε συμβιβαστεί με την ιδέα ότι δεν περιμέναμε δώρα ή παιχνίδια από κανέναν (τα μόνα μας παιχνίδια τότε ήταν τα κατσικάκια και τα αρνάκια μας και κάποια άλλα αυτοσχέδια του χωριού). Κι επίσης ενώ μας άρεσαν τα κάλαντα, έπρεπε να βρούμε και το κουράγιο και την παρέα να τα πούμε. Γιατί έπρεπε να σηκωθούμε μέσα στα άγρια χαράματα ή το πρωί στον πάγο και στα καλντερίμια για να πάμε να τα πούμε στων φτωχών τα σπίτια, προσδοκώντας περισσότερο σε κανένα φίλεμα παρά σε χρήματα που δεν ήταν και η βασική μας επιδίωξη γιατί έτσι μας έμαθαν να σκεπτόμαστε οι αυστηροί αλλά και περήφανοι γονείς μας.
2/Για το σφάξιμο των γουρουνιών έχουμε αναφερθεί διεξοδικά σε άλλη ενότητα.
3/Το αρραβώνιασμα της φωτιάς: Αλλούγινόταν τα ξημερώματα των Χριστουγέννων την ώρα που ο λαός την αποκαλεί «ανοιχτή ώρα» κι αλλού από την παραμονή. Στα τζάκια των σπιτιών, νύχτα μέρα, είχαν συνέχεια αναμμένη τη φωτιά. Η νοικοκυρά βάζει ένα μεγάλο ξύλο στο τζάκι και σύμφωνα με την παράδοση εκείνη την ώρα ότι ζητήσει κανείς μπορεί να πραγματοποιηθεί. Μια εβδομάδα αργότερα, γίνεται και το πάντρεμα της φωτιάς λίγο πριν την Πρωτοχρονιά. Στο τζάκι μπαίνουν τώρα δύο μεγάλα ξύλα πρέπει να είναι ισομερή για να καίγονται το ίδιο. Το διαρκές άναμμα της φωτιάς είχε αποτρεπτικό χαρακτήρα κατά των καλικάντζαρων και των κακών πνευμάτων. Σε πολλές περιοχές δεν λούζονταν, γιατί το θεωρούσαν γρουσουζιά, και βέβαια ακόμη και σήμερα βάζουν ένα μικρό αγοράκι να κάνει ποδαρικό, ειδικά την πρωτοχρονιά.
4/Το “Χριστόξυλο” ή μεγάλο κούτσουρο. Είναι η ίδια διαδικασία με το αρραβώνιασμα της φωτιάς με διάφορες παραλλαγές, που συναντιέται στα χωριά της βόρειας Ελλάδας αλλά και στα δικά μας. Τις παραμονές των Χριστουγέννων ο νοικοκύρης κάθε σπιτιού ψάχνει στα χωράφια και διαλέγει το πιο όμορφο και γερό ξύλο από πεύκο, κέδρο, δρύ ή ελιά και το πάει σπίτι του. Αυτό είναι το Χριστόξυλο. Η νοικοκυρά έχει ήδη φροντίσει να καθαρίσει το σπίτι και ιδιαίτερα το τζάκι με μεγάλη προσοχή, ώστε να μη μείνει ούτε ίχνος από την παλιά στάχτη. Καθαρίζει ακόμη και την καπνοδόχο του σπιτιού, ώστε να μη μπορέσουν να κατέβουν οι καλικάντζαροι, τα κακά δαιμόνια. Το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων, όταν όλη η οικογένεια θα είναι μαζεμένη γύρω από το τζάκι, ο νοικοκύρης του σπιτιού ανάβει την καινούρια φωτιά και μπαίνει στην εστία το Χριστόξυλο. Σύμφωνα με τις παραδόσεις του λαού, καθώς καίγεται το Χριστόξυλο, ζεσταίνεται ο Χριστός στη φάτνη Του. Κάθε οικογένεια, προσπαθεί να διατηρήσει αυτή τη φωτιά αναμμένη για όλο το δωδεκαήμερο των εορτών, από τα Χριστούγεννα, μέχρι τα Φώτα.
5/ Το τάισμα της βρύσης: Οι κοπέλες, τα μεσάνυχτα ή προς τα χαράματα των Χριστουγέννων (αλλού την παραμονή της Πρωτοχρονιάς), πηγαίνουν στην πιο κοντινή βρύση -εννοείται σε φυσική πηγή- “για να κλέψουν το άκραντο νερό”. Το λένε άκραντο ή άκριτο, δηλαδή αμίλητο, γιατί δε βγάζουν λέξη σ όλη τη διαδρομή. Από εκεί και η παροιμία «ήπιε το αμίλητο νερό» Όταν φτάνουν στη βρύση , την “ταΐζουν”, με διάφορες λιχουδιές: βούτυρο, ψωμί, τυρί, σιτάρι ή κλαδί ελιάς και λένε:
Όπως τρέχ’ το νερό σ βρυσούλα μ, έτσ να τρέχ και το βιός μ”.
Έπειτα ρίχνουν στη στάμνα ένα βατόφυλλο και τρία χαλίκια, “κλέβουν νερό” και γυρίζουν στα σπίτια τους πάλι αμίλητες, μέχρι να πιουν όλοι από τ αμίλητο νερό με το οποίο γέμιζαν και τα σκεύη τους αφού πρώτα είχαν αδειάσει από τα βαρέλια τους το παλιό. Με το ίδιο νερό ραντίζουν και τις τέσσερις γωνίες του σπιτιού, ενώ σκορπούν στο σπίτι και τα τρία χαλίκια για ευρωστία και καλή τύχη
6/ Το Χριστόψωμο, το «ψωμί του Χριστού». Έθιμο που τηρείται και σήμερα στα περισσότερα σπίτια. Το ζύμωμα του χριστόψωμου, είναι έργο θείο και έθιμο καθαρά χριστιανικό. Για το χριστουγεννιάτικο τραπέζι το χριστόψωμο είναι ευλογημένο ψωμί αφού θα στηρίξει τη ζωή του νοικοκύρη και της οικογένειας του. Χρησιμοποιούνταν καλό αλεύρι και ακριβά υλικά, όπως ροδόνερο, μέλι, σουσάμι, κανέλα και γαρίφαλα. Έπλαθαν το ζυμάρι, με μέρος της ζύμης φτιάχνοντας μια μεγάλη κουλούρα, ενώ με την υπόλοιπη ζύμη έφτιαχναν σταυρό με λουρίδες και στο κέντρο έβαζαν ένα άσπαστο καρύδι η ένα αυγό που συμβόλιζαν τη γονιμότητα. Στην υπόλοιπη επιφάνεια σχεδίαζαν σχήματα με το πιρούνι για να βγάλουν το «κακό μάτι» και να «καρφώσουν» την κακογλωσσιά. Ο νοικοκύρης του σπιτιού ή ο πιο ηλικιωμένος -παππούς η γιαγιά- παίρνει το χριστόψωμο, το σταυρώνει, το κόβει και το μοιράζει σε όλους όσους παρευρίσκονται στο τραπέζι, σαν συμβολισμό της Θείας Κοινωνίας, που ο Χριστός έδωσε τον Άρτο της ζωής σε όλη την ανθρώπινη οικογένεια του.
7/ Το σπάσιμο του ροδιού Κι αυτό το έθιμο τηρείται και σήμερα. Το σπάμε μπροστά στο κατώφλι της πόρτας μας ή με την είσοδο του Νέου Χρόνου, ή στα χωριά παλιότερα μετά την εκκλησία όπου το κουβαλούσε ο νοικοκύρης για να το «λειτουργήσει» στη Θεία Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου. Κατά την επιστροφή στο σπίτι, πρέπει να χτυπήσει το μάνταλο της εξώπορτας -δεν κάνει να ανοίξει ο ίδιος - και έτσι να είναι ο πρώτος που θα μπει στο σπίτι για να κάνει το καλό ποδαρικό, με το ρόδι στο χέρι. Μπαίνοντας μέσα, με το δεξί, σπάει το ρόδι πίσω από την εξώπορτα, το ρίχνει δηλαδή κάτω με δύναμη για να σπάσει και να πεταχτούν οι ρώγες του παντού και ταυτόχρονα λέει: «με υγεία, ευτυχία και χαρά το νέο έτος κι όσες ρώγες έχει το ρόδι, τόσες λίρες να έχει η τσέπη μας όλη τη χρονιά».
8/ Κλωνάρια στο τζάκιΣε κάποια μέρη στην Κεντρική Ελλάδα, τα νεαρά κορίτσια και αγόρια, επιστρέφοντας στο σπίτι από την εκκλησία, τοποθετούν δίπλα στο αναμμένο τζάκι μικρά κλαδιά δέντρων, που αντιπροσωπεύουν τις προσωπικές τους επιθυμίες. Κλαδιά κέδρου για τα κορίτσια και αγριοκερασιάς για τα αγόρια. Φροντίζουν μάλιστα τα κλαδιά αυτά να είναι λυγερά, αφού το κλαδί που θα καεί πρώτο αντιπροσωπεύει καλούς οιωνούς για τον κάτοχό του. Συγκεκριμένα, πιστεύεται ότι το άτομο, του οποίου το κλαδί κάηκε πρώτο, θα είναι και το πρώτο που θα παντρευτεί.
9/Η Κουζίνα (τα μαγειρέματα) του Δωδεκαήμερου. Σε κάθε σπίτι στα χωριά μας οι νοικοκυρές φρόντιζαν να αναδεικνύουν το μαγειρικό τους ταλέντο παρά την έλλειψη των βασικών εργαλείων η υλικών μαγειρέματος. Για να μην αναφερθούμε στις κλασσικές σημερινές παρασκευές των κουραμπιέδων ή μελομακάρονων τα οποία τότε απαιτούσαν κόπο, χρόνο και φυσικά χρήμα κι επομένως ήταν προνόμιο περισσότερο των εύπορων οικογενειών, θα μπορούσαν να κάνουν κουλουράκια για να μας φιλεύουν σε κάποια επίσκεψη ή στα κάλαντα, ή ο μπακλαβάς στην πιο απλή δημιουργία του, ή τα γαλακτοκομικά και φυσικά η πλούσια γκάμα από πίτες. Οι Ρουμελιώτισσες ανέκαθεν και ειδικά στα χωριά μας οι Κραββαρίτισες φημίζονταν για τις πρωτοποριακές και γευστικές πίτες τους. Δεν νοούταν γιορτή χωρίς πίτα σε κάθε σπίτι, είτε χορτόπιτα λεγόταν, είτε μακαρονόπιτα, ή γαλατόπιτα ή κολοκυθόπιτα και πάντα βεβαίως με χειροποίητο φύλο. Οι ζεστές τηγανίτες τις πρωινές ώρες δίπλα στο παραγώνι, η ραβανί με λάδι, ή ο χειροποίητος χαλβάς έρχονταν να επιβεβαιώσουν ότι και η φτώχεια ήθελε καλοπέραση, ειδικά αυτές τις γιορτινές μέρες.
Έτσι λοιπόν στα χωριά μας, όπως και σε κά θε γωνιά της Ελλάδας, κάποια κοινά έθιμα εμπλουτισμένα με τα θρησκευτικά βιώματά μας , τα βάσανα, τους καημούς και τις μικροχαρές της φτωχολογιάς, αντικατοπτρίζουν παράλληλα τις αγωνίες των ανθρώπων της υπαίθρου, των γεωργών και των κτηνοτρόφων για μια καλύτερη ζωή ζητώντας τη συνδρομή του Υιού του Θεού και του Νέου Έτους.
Σήμερα που τα περισσότερα έθιμα έχουν σχεδόν εξαλειφθεί, αναπολώντας εκείνες τις εποχές και παρά τις στερήσεις, τις βρίσκουμε ιδιαίτερα όμορφες, μακριά από τα φώτα των πόλεων. Και πράγματι για μας υπήρχε ομορφιά, άσχετα αν στην εξώπορτά μας δεν υπήρχαν στολίδια χριστουγεννιάτικα αλλά ένα κλωνάρι έλατο ή μια πλεξούδα σκόρδα.
Κι επειδή οι γιορτές αυτές μας ξανακάνουν παιδιά, ας κλείσουμε , όπως ξεκινήσαμε με ένα ποίημα των παιδικών μας χρόνων:
«Στὴ γωνιά μας κόκκινο τ᾿ ἀναμμένο τζάκι.
Τοῦφες χιόνι πέφτουνε στὸ παραθυράκι.
Ὅλο ἀπόψε ξάγρυπνο μένει τὸ χωριό,
καὶ κτυπᾶ Χριστούγεννα τὸ καμπαναριό.
Ἔλα, Ἐσὺ ποὺ Ἀρχάγγελοι σ᾿ ἀνυμνοῦνε ἀπόψε,
πάρε ἀπὸ τὴν πίττα μας, ποὺ εὐωδιᾶ καὶ κόψε.
Ἔλα, κι ἡ γωνίτσα μας καρτερεῖ νὰ ῾ρθεῖς.
Σοὔστρωσα, Χριστούλη μου, γιὰ νὰ ζεσταθεῖς
»
Στέλιος Σπεράντσας
 
Η εικόνα ίσως περιέχει: φυτό, υπαίθριες δραστηριότητες, νερό και φύση
Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.
 
Η εικόνα ίσως περιέχει: φωτιά και εσωτερικός χώρος
Η εικόνα ίσως περιέχει: φαγητό
 
Διαφήμιση