headerphoto
Διαφήμιση
Εν Ναυπάκτω τη…: Τα πρώτα πρατήρια καυσίμων στη Ναύπακτο PDF Εκτύπωση E-mail
Κυριακή, 08 Μάρτιος 2020 23:48

https://external.fath3-4.fna.fbcdn.net/safe_image.php?d=AQDN9jXm3gd1K2HH&w=540&h=282&url=https%3A%2F%2Fwww.emprosnews.gr%2Fwp-content%2Fuploads%2F%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BB%CE%AF%CE%BA%CE%B1%CF%82.png&cfs=1&upscale=1&fallback=news_d_placeholder_publisher&_nc_hash=AQACu1l7eZ1IAplJ

 

Μαρτυρίες καί ντοκουμέντα γιά τό χθές

Του Γεώργιου Α. Παραλίκα

ΠΡΑΤΗΡΙΑ ΚΑΥΣΙΜΩΝ

Στο πρώτο μέρος της ενότητας είδαμε πότε ήρθαν τα αυτοκίνητα στη Ναύπακτο. Πώς όμως εφοδιάζονταν με καύσιμα, αφού τότε δεν υπήρχαν πρατήρια καυσίμων με τη σημερινή τους μορφή και τα πρώτα του είδους εμφανίστηκαν μετά το τέλος του εμφυλίου, στις αρχές του 1950;

 

Το πρώτο πρατήριο στη Ναύπακτο ήταν των αδελφών Κούμπιου (Μπάκου) της εταιρίας «SHELL». Βρισκόταν στην πλατεία του Λιμανιού και στη συμβολή των οδών Μεσολογγίου και Ευθυμίου Πλαστήρα και λειτουργούσε από την δεκαετία του 1930. Σε φωτογραφία του 1936 -η οποία επισυνάπτεται- και στην οποία εικονίζεται ο Ανδρέας Γρίβας με το αυτοκίνητό του μπροστά από πρατήριο καυσίμων φαίνεται και η επιγραφή της εταιρείας καυσίμων «SHELL» στη θέση που αναφέραμε πιο πάνω. Η τροφοδοσία καυσίμων στα αυτοκίνητα γινόταν με δοχεία 12 οκάδων και όταν επρόκειτο να αγορασθεί μεγάλη ποσότητα η μετάγγιση γινόταν με χειραντλία. Οι αυτόματες αντλίες από τη δεξαμενή προς το αυτοκίνητο εφαρμόστηκαν περίπου στα 1949 – 50 μετά τον εμφύλιο. Ήταν σχεδόν σαν τις σημερινές, μόνο που ο μετρητής της ποσότητας του καυσίμου ήταν με δείκτες, όπως το ρολόι.

Η παροχή μετριόταν σε γαλόνια (4 λίτρα περίπου το ένα γαλόνι) αλλά και η ποσότητα υπολογιζόταν επίσης σε γαλόνια. Έλεγαν π.χ. «βάλε 10 γαλόνια» και όχι «100 δραχμές», ποσό που αντιστοιχούσε στην ποσότητα. Όταν κοβόταν το ρεύμα που έθετε σε λειτουργία την αντλία μετάγγισης, η τροφοδοσία γινόταν με χειροκίνητο μοχλό, μανιαβέλα.

Άλλο πρατήριο πριν από το 1940 ήταν του Χρήστου Παλαιογιάννη, επί της οδού Μεσολογγίου, κοντά στο τότε ξενοδοχείο REX. Ήταν της εταιρείας πετρελαιοειδών «SOCONY MOBIL OIL HELLAS Co», εταιρεία, η οποία εξελίχθηκε σε «MOBIL». Και αυτό το πρατήριο λειτουργούσε κατά τον ίδιο τρόπο, όπως και το προαναφερθέν. Το 1938 έχουμε τρίτο πρατήριο καυσίμων που λειτούργησε με άδεια του Υπουργείου Συγκοινωνιών, στο όνομα του Λάμπρου Σερεμέτη. Το πρατήριο αυτό στεγάστηκε στην περιοχή του Λιμανιού, χωρίς να γνωρίζουμε σε ποιά θέση ακριβώς και ποιας εταιρείας καύσιμα διέθετε. Το μόνο που γνωρίζουμε είναι η έκδοση της άδειας και η στέγασή του στην εν λόγω περιοχή. Παράλληλα με τα παραπάνω πρατήρια, καύσιμα για τα αυτοκίνητα πωλούσαν και τα παντοπωλεία σε δοχεία. Τα είχαν αποθηκευμένα σε κατάλληλες αποθήκες λόγω κινδύνου πυρκαγιάς. Μέσα στην αποθήκη είχαν ένα μεγάλο μεταλλικό θάλαμο, όπου αποθήκευαν τα καύσιμα σε δοχεία. Αυτούς τους θαλάμους τους έλεγαν και «φούρνους». Τέτοιους χώρους αποθήκευσης  καυσίμων, αν δεν διέθεταν τα καταστήματά τους, οι έμποροι τα ενοικίαζαν. Η αποθήκευση γινόταν, αφού πρώτα οι έμποροι έπαιρναν σχετική άδεια από τον Μηχανικό Ναυπακτίας και την Αστυνομία, οι οποίοι και ενέκριναν την καταλληλότητα του χώρου.

Το έτος 1929 ο Γεώργιος Χ. Κοτίνης έκανε αίτηση στον Μηχανικό Ναυπακτίας και του ζήτησε να γνωματεύσει αν είναι κατάλληλο το κτίριο, που διέθετε, στη γωνία των οδών (σήμερα) Θέρμου και Χαρ. Κοτίνη για την αποθήκευση καυσίμων. Ίσως το ενοικίασαν οι αδελφοί Κούμπιου που είχαν το πρατήριο «SHELL», που αναφέραμε πιο πάνω και που λειτουργούσε στην ίδια περιοχή. Πάντως την άδεια εζήτησε και έλαβε ο ιδιοκτήτης, προκειμένου να ασφαλίσει το κτίριο.

Άλλη περίπτωση άδειας για αποθήκευση καυσίμων έχουμε από τον έμπορο Ναυπάκτου Ιωάννη Δημ. Κολόμβα, που έκανε παράλληλα και εμπόριο καυσίμων. Με αίτηση που έκανε τον Σεπτέμβριο του 1931, προς την Αστυνομία, ζήτησε άδεια αποθήκευσης καυσίμων στην ιδιόκτητη κατοικία του Κωνσταντίνου Καραγιώργου, που βρίσκεται στο δυτικό προάστιο της πόλης στο άκρο του παλαιού νεκροταφείου του Αγίου Στεφάνου. Έκανε μάλιστα αναφορά στα τεχνικά χαρακτηριστικά του κτιρίου, που το καθιστούσαν ασφαλές από κίνδυνο πυρκαγιάς για τα καύσιμα, που θα αποθήκευε, και ανέφερε ότι τα καύσιμα, ήτοι βενζίνη, ακάθαρτο πετρέλαιο και ορυκτέλαιο ήταν προϊόντα της εταιρείας «NATIONAL PETROLEUM Co». Και σε αυτή την περίπτωση την άδεια για την αποθήκευση των καυσίμων εξέδωσε ο Μηχανικός Ναυπακτίας, ύστερα από την γνωμάτευση της Αστυνομίας.

Αυτή ήταν η κίνηση των αυτοκινήτων και πρατηρίων καυσίμων στη Ναύπακτο, μέχρι το 1940, που κηρύχθηκε ο πόλεμος. Κατά τη διάρκεια του πολέμου του 1940, της Κατοχής και του Εμφυλίου, τα μέτρα χαλάρωσαν τόσο για τα αυτοκίνητα, όσο και για τα πρατήρια, αλλά μετά τη λήξη του εμφυλίου οργανώθηκαν σε πιο σωστές βάσεις.

ΣΥΛΛΟΓΟΙ

 Ο ΠΡΩΤΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΣΤΗ ΝΑΥΠΑΚΤΟ

(ΣΥΜΦΩΝΟ ΑΛΙΕΩΝ ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ)

Ο πρώτος καταγεγραμμένος συνεταιρισμός συστάθηκε στη Ναύπακτο από τους αλιείς της περιοχής το 1869. Δεν ήταν συνεταιρισμός με τη μορφή που έχουν σήμερα οι συνεταιρισμοί, αλλά επρόκειτο για ένα επίσημο συμφωνητικό μεταξύ των αλιέων, το οποίο συντάχθηκε από τον τότε ειρηνοδίκη Ναυπάκτου Γεώργιο Καββαδία, που εκτελούσε και χρέη συμβολαιογράφου. Το συμφωνητικό αυτό δεν συντάχθηκε με σκοπό τη διεκδίκηση και ικανοποίηση θεσμικών αιτημάτων των αλιέων134, αλλά για να μπορεί ο συγκεκριμένος επαγγελματικός κλάδος να έχει καλύτερη διαχείριση της θάλασσας και καλύτερες απολαβές από την αλιεία.

Συγκεκριμένα στην συμβολαιογραφική πράξη135 του παραπάνω Ειρηνοδίκη – Συμβολαιογράφου αναφέρονται τα παρακάτω:

Οι κύριοι:

Γκόλφης Ιωάννης κάτοικος Μεχμετακίου

Σακέτος Γεώργιος » »

Σαπλαούρας Φώτιος » »

Αναγνωστόπουλος Αλεξανδρος » »

Κωστόπουλος Δημήτριος » »

Αναστασόπουλος Θωμάς » »

Πενιάς Σταύρος κάτοικος Ναυπάκτου

Ξάνθος Δημήτριος κάτοικος Πατρών

Σμυρνιός Γεώργιος » »

όλοι αλιείς, ζήτησαν την σύνταξη του παρόντος και δέχτηκαν τα εξής:

«Από σήμερα 14/3/1869 και για πέντε και μισό έτη όλοι μαζί από κοινού θα αλιεύουν και θα έχουν ίσα δικαιώματα. Τα δε προκύπτοντα κέρδη και αι τυχόν προκύπτουσαι ζημίαι θα αντιμετωπίζονται από κοινού μεταξύ τους. Όλα τα έξοδα εις την συντήρηση, αγορά και επιδιόρθωση των δικτύων, ως επίσης και η ενοικίαση της θάλασσας θα χρεώνονται εξίσου σε όλους. Η ενοικίαση της θάλασσας και η πληρωμή της θα λογίζεται από την προηγούμενη εξαμηνία ήτοι από 1/11/1868. Κάθε συμβαλλόμενος δεν μπορεί να αποχωρήσει από τον συνεταιρισμό πριν από το τέλος του χρόνου που αναφέρεται στο συμφωνητικό. Σε περίπτωση αποχώρησης θα πληρώνει ποινική ρήτρα όσα είναι τα αναλογούντα εις αυτόν κέρδη, ως επίσης και το σχετικό μέρους από τα έξοδα της ενοικίασης της θάλασσας και την αξία των δικτύων που χρεώθηκε. Τα καταλογιζόμενα έξοδα της εταιρείας θα πληρώνονται από τα πωλούμενα αλιεύματα. Τέλος δε, προϋπολογίζουν ότι οι εισπράξεις του συνεταιρισμού για όλο το έτος 1869 θα είναι 1.925 δραχμαί για την πληρωμή του ανάλογου χαρτοσήμου».

Αυτά αναφέρονται στο συμφωνητικό, που συνέταξαν οι αλιείς της Ναυπάκτου εκείνη τη χρονική περίοδο. Δεν γνωρίζουμε αν ο συνεταιρισμός εξάντλησε το χρόνο που είχαν ορίσει, δηλαδή τα πέντε και μισό έτη. Πάντως στην έρευνα, που έγινε, δεν βρέθηκε άλλη συμβολαιογραφική πράξη – συμφωνητικό αλιέων ακύρωσης της αρχικής ή ανανέωσης του χρόνου και παράτασης του αρχικού. Είναι πιθανόν να ατόνησε και σιγά – σιγά να διαλύθηκε χωρίς να ενδιαφέρεται κανένας για την λειτουργία του. Την εκδοχή αυτή ενισχύει και το επιχείρημα ότι δεν είχε ορισθεί υπεύθυνος για τη λειτουργία του. Παρότι ξεκίνησε με καλές προθέσεις και προϋποθέσεις, μετά ατόνησε, εκφυλίστηκε και κάποια στιγμή έπαψε να λειτουργεί και να υπάρχει. Σημασία πάντως έχει ότι αυτοί οι απλοί και αγράμματοι άνθρωποι κατάλαβαν την ανάγκη και τα οφέλη, που προκύπτουν από την συνένωση – συνεργασία των ανθρώπων, που αγωνίζονται και μοχθούν για τον ίδιο σκοπό. Δεν στηρίχθηκαν στις προφορικές συμφωνίες, αλλά ήθελαν να τις κατοχυρώσουν γραπτώς και επισήμως.

Αξιοσημείωτο είναι ότι οι περισσότεροι αλιείς ήταν κάτοικοι από το Μεχμετάκι, σήμερα συνοικία της Αφροδίτης, και μόνο ένας ήταν από τη Ναύπακτο και δύο από την Πάτρα, σύμφωνα με το κείμενο του συμφωνητικού. Ίσως και να μην ήθελαν οι άλλοι Ναυπάκτιοι αλιείς, αν υπήρχαν, να συμμετάσχουν στον συνεταιρισμό ή ίσως και να μην υπήρχαν αλιείς Ναυπάκτιοι, αφού το λιμάνι την εποχή εκείνη δεν είχε τη μορφή που έχει σήμερα και δεν μπορούσαν να ελλιμενισθούν οι βάρκες τους, γιατί κατά τη χρονική περίοδο που συστάθηκε ο συνεταιρισμός των αλιέων, το λιμάνι εξυπηρετούσε εμπορικούς σκοπούς, επιβάτες και εμπορεύματα. Υπάρχει μάλιστα και πίνακας – γκραβούρα του λιμανιού, που ζωγράφισε άγνωστος περιηγητής όταν επισκέφθηκε την Ναύπακτο το 1860, στον οποίο απαθανάτισε το λιμάνι, όπως ήταν τότε.

Αναφέρθηκε παραπάνω ότι μεταξύ των εξόδων του συνεταιρισμού ήταν και τα έξοδα για την «ενοικίαση της θάλασσας». Πράγματι είναι πρωτάκουστο, να ενοικιάζεται η θάλασσα για την αλιεία. Γεγονός όμως είναι ότι υπάρχει συμβολαιογραφική πράξη μεταξύ δημοσίου, που εκπροσωπήθηκε από τον Οικονομικό Έφορο Ναυπακτίας και ιδιώτη, σύμφωνα με την οποία ενοικιάζεται θαλάσσια περιοχή για αλιεία.

Αυτό το θέμα αναλύεται εκτενέστερα στην ενότητα που αναφέρεται στο ιχθυοτροφείο του Μόρνου.

(συνεχίζεται)

*απόσπασμα από το βιβλίο «Εν Ναυπάκτῳ τῇ… Μαρτυρίες καί ντοκουμέντα γιά τό χθές», του Γεώργιου Παραλίκα που δημοσιεύεται σε συνέχειες στην εφημερίδα «εμπρός»

Πηγή:www.emprosnews.gr

 
 
Διαφήμιση