headerphoto
Διαφήμιση
Ο τρύγος στον Πέρκο. Ηθη και έθιμα, παλιές αναμνήσεις PDF Εκτύπωση E-mail
Πέμπτη, 26 Σεπτέμβριος 2019 22:17
https://scontent.fath3-3.fna.fbcdn.net/v/t1.0-9/69907824_2402093793161613_3124599969244250112_n.jpg?_nc_cat=111&_nc_oc=AQnNIhYcKO0B8SDaz8py_KVOjXKeWlV9HyInDW_mn3EIiuCb2V--9uFQ0OxuewKzy7c&_nc_ht=scontent.fath3-3.fna&oh=4c2666c044083cfa70958640ffdf8c34&oe=5DEF68E9
 
https://scontent.fath3-3.fna.fbcdn.net/v/t1.0-9/52828063_2080647651972897_2088415615613140992_n.jpg?_nc_cat=104&_nc_oc=AQmC4PODJP524lrmBSvV99jCJa5nO_lMte4xVSR7ljwl89-8KAlSD_-sH2GfWV1VDyM&_nc_ht=scontent.fath3-3.fna&oh=b3f6091892851fc51c68b43cbce57f31&oe=5DF20450
ΓΡΑΦΕΙ ο Τσάμης Γιώργος
 
«Κάθε τόπος και ζακόνι, κάθε μαχαλάς και τάξη.»
     Η λέξη «ζακόνι» σημαίνει .. συνήθεια, έθιμο. (Από το μεσαιωνικό ζακόνιν < σλαβ. zakon(u
Το παρακάτω δημοσίευμα είναι αφιερωμένο στους ορεσίβιους αγρότες, σε εκείνους τους ξωμάχους που  καμιά εποχή δεν ξαπόσταιναν.
-------
 Σε κάθε χωριό και περιοχή της χώρας μας , υπάρχουν τοπικές, διαφορετικές συνήθειες γύρω απ' τον τρύγο γενικά , και αναφέρονται στην καλλιέργεια και το είδος των αμπελιών , στο φύλαγμα των σταφυλιών απ'τον αγροφύλακα  , στο χρόνο του τρύγου και ένα σωρό άλλες εργασίες γύρω απ' την αμπελοκαλλιέργεια . Όλες όμως οι δουλειές γύρω απ' τον τρύγο των Ελλήνων γίνονταν αυτή την εποχή-το μικρό καλοκαιράκι- με τον παρακάτω περίπου τρόπο. Θέρος, τρύγος ,πόλεμος λοιπόν. Ετσι έλεγαν εκείνα τα χρόνια οι παλιοί

για να δείξουν ότι ο τρύγος ήταν μια σοβαρή και κουραστική υπόθεση. Τρύγος σημαίνει πυρετός. Η σπορά , το θέρισμα κι ο τρύγος  βρίσκονται στο επίκεντρο της ζωής των κατοίκων της αγροτικής υπαίθρου. Πολύ δουλειά κι αδιάκοπο τρέξιμο με το που έμπαινε ο Σεπτέμβρης , ο τρυγητής. Τοσταφύλι επηρέασε τόσο έντονα τη ζωή των ανθρώπων ώστε να περιμένουν με προσμονή τον τρύγο που παρά την κούραση και το ιδροκόπημα τον είχαν   σαν πανηγύρι , αλλά απολάμβαναν επίσης και τους καρπούς των κόπων τους. Είχαν  προηγηθεί δύσκολες δουλειές όπως το κλάδεμα, το σκάψιμο του αμπελιού, το βλαστολόγισμα, το καθάρισμα, το ράντισμα με γαλαζόπετρα και λίγο διαλυμένο ασβέστη, το κιάφισμα ,   έτσι που στον τρύγο εκείνες οι μέρες να μοιάζουν με γιορτάσι από τα τραγούδια και τις φωνές των τρυγητάδων. Ακόμα και σήμερα   ειδικά στα ορεινά χωριά , το κρασί το θεωρούν και το έχουν ως είδος πρώτης προτεραιότητας , πρώτης ανάγκης , αποθηκεύοντας στα κατώγια τους , μαζί με το ψωμί και το λάδι , και το κρασί της χρονιάς , είτε αυτό προέρχεται απ' τα δικά τους αμπέλια είτε το αγοράζουν .

ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

Η Παλαιά Διαθήκη αναφέρει πως πρώτος ο Νώε όταν βγήκε από την Κιβωτό φύτεψε αμπέλι. Επίσης έχουν βρεθεί σε τάφους Φαραώ σπόροι σταφυλιού και φύλλα αμπέλου εδώ και 6.000 χρόνια προ Χριστού.
Ας μην ξεχνάμε, επίσης, ότι ο Οδυσσέας με κρασί μέθυσε τον Πολύφημο ώστε να
μπορέσει να τον τυφλώσει. Όλοι οι αρχαίοι λαοί είχαν το θεό του οίνου. Οι Έλληνες τον Διόνυσο, οι Ινδοί τον Σόμα, οι Αιγύπτιοι τον Όσιρη, οι Λίβυοι τονΆμμωνα, οι Λατίνοι τον Κρόνο και οι Ρωμαίοι τον Βάκχο. Ο Χριστός «τον Άρτον και τον Οίνον ημών» ευλόγησε στο γάμο στην Κανά και Άρτο και Ανάμα (κρασί) συμπεριέχει η Θεία Μετάληψη. Τα σταφύλια επίσης ευλογούν στην εκκλησία οι ιερείς την 6η Αυγούστου, ημέρα εορτασμού Της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος. Οι αναφορές αυτές αποδεικνύουν ότι η ζωή του ανθρώπου είναι συνυφασμένη από αρχαιοτάτων χρόνων με το αμπέλι και το κρασί.
Η ΑΜΠΕΛΟΥΡΓΙΑ ΣΤΟΝ ΠΕΡΚΟ   
O Πέρκος με την μακραίωνη ιστορία του συγκαταλεγόταν κατά τον 15ο αιώνα ανάμεσα στα μεγαλύτερα οινοπαραγωγικά χωριά των Κραβάρων. Οι Οθωμανοί Τούρκοι, κυρίως λόγω της θρησκείας τους και σε αντίθεση με άλλους κατακτητές, δεν αξιοποίησαν τον πλούτο του ελληνικού αμπελώνα. Στην καλύτερη περίπτωση, μετά την άλωση της Πόλης, άφησαν τους κατοίκους των αμπελουργικών περιοχών να παράγουν το κρασί τους. Στη χειρότερη, οι ακρότητες έφτασαν στην απαγόρευση οινοποσίας και στην καταστροφή
αμπελώνων.  Η μουσουλμανική θρησκεία μπορεί να απαγόρευε την οινοποσία, ακόμα και την καλλιέργεια αμπελιών για παραγωγή κρασιών από
μουσουλμάνους, αλλά επέτρεπε την είσπραξη φόρων από την αμπελοκαλλιέργεια και την παραγωγή κρασιών από τους έλληνες χριστιανούς.  
Η αύξηση της παραγωγής και των νοικοκυριών στην περιοχή μας αρχίζει μετά το 1470  , με την καλλιέργεια των αμπελώνων. Ενδεικτικός είναι ο πίνακας με τους φόρους των οινοπαραγωγών  χωριών το 1474.
Κατά τον 20ο αιώνα και ειδικά από τις μαρτυρίες των γεννημένων συγχωριανών μας  από το 1930 και μετά βλέπουμε το κρασί να είναι το πλέον προσοδοφόρο και ανεπτυγμένο προϊόν των Περκιωτών. Σε αυτό συνέτεινε η καλή φήμη που απέκτησε ο Πέρκος για τα εκλεκτά κρασιά του που οφείλονταν κυρίως  στο εύφορο έδαφος και τη προσηλιακή θέση του χωριού μας. Ο πρωινός ωφέλιμος ήλιος ήταν βάλσαμο στην ανάπτυξη των αμπελιών.
Γράφει ο εκ Πλατάνου Ελληνοδιδάσκαλος Σ. Κωτσόπουλος για τον Πέρκο: «Προιόντα λαμπρός οίνος. Κάτω Αμπέλια "Θέσις ευήλιος και εύφορος πλησίον του Ευήνου , οπου είναι οι κήποι και οι ωραίοι άμπελοι»
Ο Περιστιάνος Γεώργιος Ράπτης στο βιβλίο του «Περιγραφή της επαρχίας Ναυπακτίας» το 1955 αναφέρεται στα εύφορα χωράφια των Κατω Αμπελιών «Θέσις ευήλιος και εύφορος» γράφει
Όπως γράφει επίσης στο βιβλίο του «ΠΕΡΙΣΤΑ ΝΑΥΠΑΚΤΙΑΣ» ο διακεκριμένος νομικός και βραβευμένος συγγραφέας Θαν. Παπαθανασόπουλος: 
«Στον Πέρκο είχε αναπτυχθεί από πολύ παλιά η αμπελοκαλλιέργεια και το κρασί του ήταν από τα πιο φημισμένα στην Αιτωλία.  Ευδοκιμούσαν οι ποικιλίες σταυροστάφυλα, κοντοκλάδι, μελισσάκι, φλέρι, πολίτι. Στη θέση Καταμπέλια ευρίσκονταν οι πιο φημισμένοι αμπελώνες που τους φρόντιζαν με επιμέλεια οι καλλιεργητές
Στο παρακάτω ποίημα του ο ακαδημαικός συμπατριώτης μας και ποιητής  Γ. Αθανασιάδης –Νόβας (Γ.Αθάνας) εκθειάζει τόσο τα κρασιά του χωριού μας, ‘όσο και τις πολύφερνες προικοφόρες νύφες της Περίστας
Πέρκος με το καλό κρασί , Περίστα με το χρήμα
καρσί τα σπίτια τάχουνε, τα μαρμαροχτισμένα
να μουν στον Πέρκο αμπελουργός , με κοντοκλάδι κλήμα
και στην Περίστα σώγαμπρος με πεθερό στα ξένα
Στις μέρες μας μπορούμε να θυμηθούμε αμπέλια στις θέσεις Τούρλο, Ισιωμα, Κυρίτσια, Καταμπέλια. Πυργούλι, Ρονιτσιές, Αλη τ ΄αλώνι, Λακούλα, Καλλικρανιά (Παπά αμπέλι)
Η ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΤΡΥΓΟ
Μπαίνοντας ο τρυγητής (ο Σεπτέμβρης ) κάθε σπιτικό έπρεπε να κάνει τις προετοιμασίες του. Παλιότερα που υπήρχαν οι μαστόροι βαρελάδες (η βαενάδες) και για όσους είχαν την οικονομική δυνατότητα επισκέπτονταν τα σπίτια για να
επιθεωρήσουν τις κάδες και τα βαρέλια.  Οι περισσότεροι τα έβγαζαν από τα κατώγια και τα φρόντιζαν μόνοι τους , είτε σφίγγοντας τα στεφάνια η να περιποιηθούν τις δούγες και να τα καθαρίσουν. Σε κάποια θεόρατα βαρέλια υπήρχε μέχρι πορτούλα για να μπεί κάποιος μέσα και να τα καθαρίσει  όρθιος!! Όλα βέβαια έπρεπε αφού τα σφίξουν να τα μουλιάσουν στο νερό για να φουσκώσει το ξύλο στο βαρέλι  και να σφίξει για στεγανοποίηση. Νερό μπορεί να υπήρχε σε αφθονία στις πηγές-μεγάλες βρύσες αλλά δεν υπήρχε στα σπίτια, πόσο μάλλον όταν έπρεπε να το κουβαλήσουν στα αμπέλια.
Κάθε σπίτι στοιχειωδώς αλλά και ανάλογα με την παραγωγή του, έπρεπε να έχει την κάδη του, τα βαρέλια του, το πατητήρι του και το ποδόχι (*) ,τα κασόνια και τις γιδιές (τα ασκιά) για τη μεταφορά των σταφυλιών, μια μικρή κάδη για το αμπέλι (την ταλάρα) και φυσικά να διαθέτει και το ζώο (μουλάρι η γάιδαρο για τη μεταφορά τους)
__________________________________________________________________
(*Το ποδόχι δεν έχει κάποια ετυμολογική σχέση με το πόδι. Η λέξη προέρχεται απο το υποδέχομαι>υποδοχή>υπόδοχον>υποδόχιον>υποδόχι>ποδόχι. Είναι παράρτημα του ληνού, του πατητηριού, δηλαδή εκεί που συγκεντρώνεται ο μούστος που ρέει, το σημείο υποδοχής του
____________________________________________________________________
Ο ΤΡΥΓΟΣ
Συνήθως ο τρύγος ξεκινούσε μετά τις 25 Σεπτέμβρη (εκεί γύρω στο τέλος του) χωρίς να είναι αυτό απόλυτο γιατί βαρύνοντα ρόλο έπαιζαν οι   καιρικές συνθήκες (αν προηγήθηκαν ζεστές μέρες τον Αύγουστο ή βροχές, η ωρίμανση του σταφυλιού, ο επερχόμενος καιρός ) και κυρίως έπρεπε να συνεννοηθούν να ξεκινήσουν όλοι την ίδια μέρα!!! Και μακριά από βροχές βέβαια. Αυτό ήταν συμφωνημένο και είχε παγιωθεί στην αντίληψη όλων. Δεν μπορούσε να τρυγάει ο καθένας όποτε ήθελε. Ο λόγος;    Τα
Aρχείο Δημ. Στράγγου. Εξ αριστερών Ηλίας Στράγγος (αγροφύ
λακας), Μήτσος Στράγγος,Δημ. Στράγγος,Βασιλική
Στράγγου,Τασία Στράγγου, Γεωργία Στράγγου, Ντίνα
Στράγγου (καθιστή)
πετεινά του ουρανού που την εποχή του τρύγου ρήμαζαν τα πάντα έπρεπε να τα αντιμετωπίζουν όλοι με την ίδια περίπου ζημιά στα αμπέλια τους.   Οι παλιότεροι διηγούνται για τον τρύγο που ήταν  σημαντικό γεγονός   για όλους , αλλά και μέρες απίστευτης ταλαιπωρίας. Ατέλειωτες ώρες πεζοπορίας μέσα στον ήλιο που βάραγε κατακέφαλα να κουβαλάνε σταφύλια απο μακρινές αποστάσεις   στο χωριό. Αλλοι τα πατούσαν στο αμπέλι ανάμεσα στο σφηκομάνι αλλά κι εκεί δεν υπήρχαν τα σημερινά μέσα, το νερό το κυριότερο. Ηταν τόσο μεγάλη η παραγωγή που μάζευαν τα σταφύλια, τα πατούσαν  στο πρόχειρο βαρέλι στο  αμπέλι και μετά μέσα σε «γιδιές» τα κουβαλούσαν πάνω σε ζώα στο χωριό για να τα αδειάσουν στις τεράστιες κάδες για να βράσει ο μούστος. Φυσικά δεν υπήρχαν για τη μεταφορά τα πλαστικά σημερινά τελάρα, κι όποιος διέθετε έστω και εκείνα τα ξύλινα ασήκωτα κασόνια, θεωρείτο προνομιούχος.Να σημειώσουμε επίσης πως  υπήρχαν και οι κληματαριές στα σπίτια με τις κρεβατίνες που έκαναν εξ ίσου καλό κρασί και σε πολλά σπίτια υπάρχουν ακόμη και σήμερα.
Αν δεν είχαν πατηθεί στο αμπέλι τα σταφύλια πατιούνταν στο σπίτι στο πατητήρι από έναν ξυπόλητο η με γαλότσες άντρα. Πολλές φορές σαν παιδιά παίρναμε μέρος σε αυτή τη διαδικασία κοιτάζοντας με δέος τη μεγάλη κάδη όπου τα έριχναν μέσω ενός καταρράχτη για να βράσει ο μούστος. Στην άκρη της κάδης έπρεπε να μπεί ο πύρος ,αλλά πρίν από αυτόν εν είδει στραγγιστήρα έπρεπε να μπεί η σπαραγγιά για να συγκρατεί κατά το τράβηγμα του μούστου τα κουκούτσια και λοιπές ακαθαρσίες.
Μόλις γέμιζε η κάδη στην κορφή της   έμπαινε μια επίστρωση από χλωρά κλαδιά πλατανιού πλακωμένα με πέτρες και στη μέση ενας ξύλινος μεγάλος σταυρός. Ετσι περιμέναμε να βράσει ο μούστος ακούγοντας κάθε μέρα και πιο έντονα το κόχλασμα και βλέποντας να βγαίνουν στην κορυφή της κάδης τα μεθυστικά του αρώματα και το κατάγλυκο κρασί του που οφειλόταν και στο «αμερικάνικο» σταφύλι (το μαυρούδι)  του τόπου μας.
 
Το τράβηγμα του μούστου από την κάδη στα βαρέλια ήταν μια άλλη ιεροτελεστία. Συνήθως συνέβαινε μετα από 4-5 μέρες. Στον Πέρκο δεν υπήρξαν ποτέ
γραδόμετρα και μετρητές βαθμών ούτε πήγαιναν τις παλιές εποχές το μούστο στο χημείο. Η μόνη πρόσμιξη στα βαρέλια ήταν το ρετσινάκι και ΤΙΠΟΤΕ ΑΛΛΟ όλα αυτά τα χρόνια. ΕΝΤΕΛΩΣ ΑΓΝΑ ΚΑΙ ΧΩΡΙΣ ΧΗΜΙΚΕΣ ΟΥΣΙΕΣ. Κι όμως το κρασί μας ήταν το πλεον ξακουσμένο στην Αιτωλία.
Φυσικά μετά από 40 μέρες κι αφού είχε βράσει σφραγίζονταν τα βαρέλια . Την Ανοιξη συνήθως (εκεί γύρω στο Μάρτη) «γυρίζαμε» το κρασί , δηλαδή αδειάζαμε το βαρέλι το πλέναμε για την απολάσπωση και το ξαναγεμίζαμε.
Κάποια κρασιά ακολουθούσαν το δρόμο του εμπορίου. Παλιότερα έρχονταν στον Πέρκο οι έμποροι και τα έπαιρναν. Κάποιοι εξ αυτών υπήρξαν και "καλοπληρωτές" πηγαίνοντας έτσι στράφι οι κόποι της χρονιάς για τους συγχωριανούς μας. 
Να πούμε επίσης ότι τα σταφύλια της κρεβατίνας και ειδικά τα μεγάλα αετονύχια τα κρατούσαν οι μανάδες μας και αφού τα έδεναν  σε τσαμπιά τα κρεμούσαν  στα πάτερα για να τα τρώμε το χειμώνα.
ΣΗΜΕΡΑ ΤΙ;;;;;;;;;;;ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Οπως είναι φυσικό σήμερα όπου υπάρχει τρύγος, υπάρχει και πρόσβαση στα αμπέλια, υπάρχει νερό, δεν υπάρχουν γαιδουρομούλαρα, υπάρχουν σύγχρονα μηχανήματα πατήματος των σταφυλιών και οι οινολόγοι.  Στον Πέρκο μέχρι πριν απο κάποια χρόνια τρυγάγαμε τις κρεβατίνες. Αργότερα φέρναμε απο αλλού σταφύλια και τα πατούσαμε. Σήμερα δεν συμβαίνει απολύτως τίποτε για τον απλό λόγο οτι έχουν εγκαταλειφθεί τα πάντα. 
Το μελαγχολικό ποίημα του Θ. Παπαθανασόπουλου απεικονίζει την σημερινή πραγματικότητα: 
Πέρκο, προσηλιακό χωριό αντίκρυ στο χωριό μου,
πούχεις σκεπή τον Ψώριαρη, θρονί τα Καταμπέλια
ο καιρός σ αποδεκάτισε , καθώς και το δικό μου
και θέρου, τρύγου και βοσκής σου σβήστηκαν τα γέλια
 
ΠΑΡΟΙΜΙΕΣ ΚΑΙ ΡΗΤΑ ΓΙΑ ΤΟ ΑΜΠΕΛΙ ΤΟ ΚΡΑΣΙ ΚΑΙ ΤΟΝ ΤΡΥΓΟ
  • Θέρος, τρύγος, πόλεμος, στασιό δεν περιμένουν 
  • Τ’ αμπέλι θέλει αμπελουργό και το καράβι ναύτες 
  • Άλλοι σκάβουν και κλαδεύουν και άλλοι πίνουν και μεθάνε
  • Αγάλι αγάλι φύτευε ο φρόνιμος τ’ αμπέλι κι αγάλι αγάλι γίνεται η αγουρίδα μέλι
  • Αμπέλι όσο μεγαλύτερο μπορείς και σπίτι όσο να χωρείς.
  • Ας πάει και το παλιάμπελο! (ας γίνει κι αυτό!)
  • Όποιος έχει αμπέλια, ας βάλει εργάτες. (έγνοιες
  • Όταν πατάς σταφύλια, θέλει καθαρά παπούτσια.
  • Πατημένο σταφύλι, δεν τρώγεται.
  • Περσινά ξινά σταφύλια…
  • Πήγε σαν το σκυλί στ’ αμπέλι… (άδικα)
  • Στο κοφίνι δε χωρεί, στο καλάθι περισσεύει.
  • Τα δικά σου αμπέλια φράξε και τα ξένα μη γυρεύεις. (ή για τα ξένα μη σε νοιάζει.)
  • Τα σταφύλια τα ψηλά, είναι λίγα και καλά
  • Τον Αύγουστο τον χαίρεται ο… πού ’χει να τρυγήσει.
  • Γενάρη πίνουν το κρασί, το Θεριστή το ξύδι
  • Αμπέλι για την αφεντιά σου κι ελιά για τα παιδιά σου.
  • Αυτός σε περνάει απ’ τα πέρα αμπέ­λια.
  • Όλα τα καλά δικά του και τ’ αμπέλια γονικά του.
  • Στις δεκαεφτά, στις δεκαοχτώ, πέφτει η πούλια στο γιαλό, και πίσω παραγγέλλει, μήτε κοπάδια στο βουνό, μήτε σκαφτιάς στ’ αμπέλι.
  • Το Νοέμβρη και Δεκέμβρη φύτευε καταβολάδες.
  • Τον τρυγητή, του αμπελουργού, πάνε χαλάλι οι κόποι.
  • Λάδι από την κορυφή, κρασί απ` τη μέση και μέλι απ` τον πάτο αγόραζε.
  • Αύγουστος άβρεχτος , μούστος άμετρος.
  • Τον Σεπτέμβρη τα σταφύλια τον Οκτώβρη τα κουδούνια.
  • Έλα παππού να σου δείξω τ΄ αμπελοχώραφά σου.
  • Μάζευε κι ας είναι ρώγες
  • Κρασί σε πίνω για καλό και συ με πας στο βράχο
  • Ο ύπνος θρέφει το παιδί κι ο ήλιος το μοσχάρι και το κρασί το γέροντα τον κάνει παλικάρι
  • Οσοι πίνουν και μεθούνε, λησμονούνε πως χρωστούνε (πάντα επίκαιρο)
  • Παπαντή καλοβρεμμένη, με κοφίνια φορτωμένη
  • Του τρυγητή τ’ αμπελουργού πάνε χαλάλι οι κόποι
  • Δόξα να ‘χεις τρυγητή μου, είδα ‘γω την προκοπή μου
  • Βαγενάδες και γάιδαροι, ένα μήνα έχουν τη χάρη
  • Τ’ Αϊ Λιός με το μαντίλι, του Σωτήρος με κοφίνι
  • Τζίτζικας λάλησε, μαύρη ρώγα γυάλισε
  • Αγάλι’ αγάλια φύτεψε ο γεωργός αμπέλι, κι’ αγάλι’ αγάλια γίνεται η αγουρίδα μέλι
  • Δως κρασί να βγει η αλήθεια
  • Τους μήνες  που δεν έχει ρο, ρίξε στο κρασί νερό
  • Το μαγκούφι το κρασί, την καρδούλα μου τη σεί 
  • Το κάστανο θέλει κρασί και το καρύδι μέλι, κι η όμορφη θέλει φιλί πρωί και μεσημέρι
  • Όσο πιν' η πεθερά μας, τόσο καλοχαιρετάει.
  • Αν θες να δεις τον καλό άνθρωπο, δέσ’ τον μεθυσμένο.
  • Άνθρωπος μεθυσμένος, γάιδαρος σαμαρωμένος
 
Η ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΜΟΥΣΑ
  • Μπαίνω μεσ στα αμπέλι σαν νοικοκυρά
  • Μεσ στ αμπέλι στη σταφίδα
  • Εμαθε ο λαγός και μπαίνει μεσ στης παπαδιάς τ αμπέλι
  • Αμπέλι μου πλατύφυλλο
  • Το κλήμα πούχεις στην αυλή
  • Το αμπέλι 
 
Διαφήμιση