headerphoto
Διαφήμιση
Στο χάνι τού Μήτρου PDF Εκτύπωση E-mail
Τετάρτη, 06 Ιούνιος 2018 22:51

Φωτογραφία του Κώστας Τσιριμώκος.

 

 Του Γιώργου Παπαθανασόπουλου

Σιμά κοντά της Αγιά Τριάδας, αρχή του καλοκαιριού, θεριστής μήνας και δεν έλεγε να καλοημεριάνει εκεί στα ημιορεινά. Σούρουπο ήταν, απόβρεχο και κατέβαινε πάνω από τ’ Αραποκέφαλα ένα φυγιό φαρμάκι.

Ο τσέλιγκας ο Τσεκούρας με τα πεντακόσια πρόβατα και τα δώδεκα παιδιά ανέβαινε αγάλι – αγάλι για τα βουνά των Κραβάρων. Είχαν φύγει κάτω από τα χειμαδιά της Κατοχής, όπου σαν βόας φαγωμένος περνά αθόρυβα το μεγάλο ποτάμι μέσα από την εύφορη πεδιάδα και πήγαιναν απάνω στη Μπουρλάδα, κοντά στα χίλια μέτρα, όπου όλο το καλοκαίρι είχε δροσιές και φύτρωνε το πράσινο το χορταράκι για να τρων τα ζωντανά.

Τους πήρε το βράδυ στο χάνι του Μήτρου. Τα μεγάλα τα παιδιά έκλεισαν τα πρόβατα στο χωράφι του Νικολίτσα με τους φράχτες και τις αμπουριές, να μην πάει κανένα παλιόσκυλο το βράδυ και ξεκοιλιάσει το κοπάδι.

Μπήκε στο χάνι ο Τσεκούρας με τα πατικωμένα τα μαλλιά και τα μακριά τα μουστάκια και καλησπέρισε κι από κοντά η βλάχα με τις μαύρες κοτσίδες και το μαντίλι λυτό, με τα πεσκέσια στα χέρια, τα τυριά και τα βούτυρα, που θα ‘δινε στη Μήτραινα για την πλερωμή.

Δύο μουλάρια απέξω κι ένα άλογο φορτωμένα μέχρι τ’ αυτιά με τα υπάρχοντα του βλαχοκόνακου. Βγαίνοντας ο Τσέλιγκας να τα ξεφορτώσει είπε στο Μήτρο: Καλίβωσέ τα Μήτρο τα ζωντανά γιατί κοπήκανε τα πέταλα κι έχω ακόμα στράτα πολύ και δύσκολη. Πρόσεξε όμως τα καρφιά, να τα μπήξεις στα νύχια, στο σκληρό, να μην πιάσουνε ψαχνό και μου κουτσαθούν τα ζώα και δε μπορέσω να βγω απάνω.

Ο Μήτρος πρόθυμος πήρε πέταλα καινούργια, το σιατράνι, το καλιβοσφύρι, την τανάλια και τ’ αλογοκάρφια και βγήκε έξω. Την ήξερε καλά τη δουλειά ο Μήτρος, είχαν περάσει από τα χέρια του αμέτρητα ποδάρια απ’ άλογα, μουλάρια και γαϊδούρια και δεν είχε ανάγκη από τις συμβουλές του βλάχου.

Στην πάνω μεριά στο χάνι έκαιγε το τζάκι, λες κ’ ήταν μήνας Φλεβάρης. Η Μήτραινα παραπονιόταν για τον καιρό. Τι ‘ναι τούτο πράμα φέτος, έλεγε, είπ’ ο Θεός να πεθάνει εμάς και να μείνει μοναχός του, δεν ειν’ καλοκαίρι αυτό. Έχεις αμαρτία κυρά Μήτραινα, μη λες έτσι, είπ’ η βλάχα.

Γύρω στο παραγώνι κάθονταν δυο τρεις γέροι ντόπιοι μαζί κι ο παλιός ο χανιάς, ο γερο Μιχάλης, ο πατέρας του Μήτρου. Ο γερο Λωνίδας είχε στα χέρια του τη μασιά και τσούγκριζε μαλακά – μαλακά τα κάρβουνα για να περνά η ώρα.

Σε λίγο, άξαφνα, άρχισαν να μπαίνουν σβέλτα από την ανοιχτή πόρτα ένα – ένα τα παιδάκια του βλάχου, κοντοκουρεμένα κι όλα μια κοψιά και διστακτικά πλησίαζαν στη φωτιά με τα ξυλιασμένα χέρια τους απλωμένα κατά τη φλόγα.

Καθώς έμπαιναν ο γέρο Λωνίδας κρατούσε λογαριασμό, ένα, δύο, τρία, τέσσερα, πέντε, έξι, εφτά… Τότε γύρισε κατά το γερο Μιχάλη και του ‘πε: «Κάπου γαμούν ο κόσμος Μιχάλη, δεν το μυρίζονται» και συνέχισε ο γερο Λωνίδας να τσουγκρίζει τα κάρβουνα αγάλι – αγάλι.

Γιώργος Παπαθανασόπουλος: Γεννήθηκε στην Κάτω Χρυσοβίτσα, Αιτωλίας. Σπούδασε οικονομικά και εργάστηκε στον τραπεζικό χώρο. Γράφει διηγήματα.

Φωτογραφία του Κώστας Τσιριμώκος.

ΘΕΡΜΟ: πεταλωμα αλογου στού Μήτρου (Μήτσου) Κοντού

( αυτός μέ το χαρακτηριστικό ψαθινο καπέλλο)

ΦΩΤΟ: Κ.ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ

 
Διαφήμιση