headerphoto
Διαφήμιση
Στη ΜΑΝΑ PDF Εκτύπωση E-mail
Σάββατο, 12 Μάιος 2018 17:41

 

Σχετική εικόνα

 

Αποτέλεσμα εικόνας για Βασίλης Κανέλλος

Γράφει ο Βασίλης Κανέλλος*


Η μάνα μου ήταν όπως όλες οι μανάδες του κόσμου εκείνο τον καιρό. Τις χωριάτισσες. Δεμένες, κολλημένες με το χώμα, με το τσαπί και το δρεπάνι απ΄ τα νιάτα τους. Μύριζαν ιδρώτα και χώμα στα λιοπύρια και στ΄ ανεμοβρόχια. Τ΄αγκάθια κι οι παλαμονίδες μάτωναν μόνιμα τις τσουραπένιες πατούσες τους. Τις έκαιγε ο ήλιος στα προσήλια και στα χωράφια, τις ξεκούραζε το τζιτζίκι της μέρας και τις νανούριζε το τριζόνι της νύχτας. Πλάι τους, μέσα στις σαρμανίτσες, μεγαλώναν τα παιδιά τους. Και σαν γυρίζανε στο σπίτι και τελειώνανε με τα ζωντανά, ζώνανε την ποδιά κι η αποσταμάρα συνέχιζε αχόλιαγα κι υπομονετικά. Δυο τρεις ώρες τη νύχτα πρόφταιναν να σφαλίσουν τα μάτια, ν΄ αλαφρύνουν το κορμί από τον κάματο της ημέρας. Κι από τ΄ άγρια χαράματα όρθιες πάλι.
Μοσχομύριζε η αυλή μας βασιλικό κι αγιόκλημα. Αγιόκλημα μύριζαν και οι κασέλες και τα μπαούλα, με τα ρούχα και τα σεντόνια. Βασιλικό και αγιόκλημα μύριζε κι όλη η παιδική μας ηλικία. Στη μικρή αυλή, κάτω απ΄ τη μεγάλη μουριά, μεγάλωσαν τέσσερις μπόμπιρες, σκανταλιάρηδες και ταραχοποιοί, θηριάκια που μόνο η βέργα τα συμμάζευε απ΄ τα σοκάκια και το υπόλοιπο παιδομάνι.
Στερήθηκε η μανούλα μου στα γεροντάματα τη συντροφιά του άντρα της. Μας περίμενε κάθε βράδυ στη βεράντα, στην ίδια πάντα θέση, με τη γατούλα της. Να μάθει τα νέα και τα χαμπέρια. Και σαν αποτέλειωναν μου ζήταγε να της διηγηθώ περιστατικά από την ελληνική και ιερή ιστορία, να περάσει η ώρα. 
Δεν πήγε ούτε μέρα σχολείο, δεν ήξερε να διαβάζει και να γράφει. Της άρεσε ν΄ακούει, ν΄ακούει αυτά που της στέρησαν. Η τηλεόραση την αποκοίμιζε. Μόνο ο Ξανθόπουλος στις παλιές ταινίες τη συγκινούσε. Και την έβλεπες να δακρύζει και να συμπάσχει με το μαρτύριο του Διάκου και τα πάθη του Χριστού, να γελάει με το πάθημα του Καραϊσκάκη, να σταυροκοπιέται με τα θαύματα και τους βίους του Χριστού και των αγίων. Τόσο αθώα και καλόκαρδη ήταν. Κι όταν άρχιζε το χασμουρητό την τσίγκλαγα με ξωτικά και νεράιδες και πεταγόταν.
Είχε το μυαλό της ακέριο μέχρι το τέλος. Θαύμαζα την καρτερικότητα με την οποία πάλευε την πολύχρονη, ανίατη αρρώστια της. Ποτέ δεν βαρυγκόμισε. Μόνο ένα πράγμα παρακαλούσε την Παναγία: Να φύγει όρθια και να μην ταλαιπωρήσει τα παιδιά της. Όπως κι έγινε.

 

 

 

*Εκπαιδευτικός 

 

Προεδρος του Συλλόγου απανταχού Γραμμενιοξυωτών

 

 
Διαφήμιση