headerphoto
Διαφήμιση
Μια περιήγηση στα 45 χωριά που αποτελούν τα Κράβαρα:Στίλιανε! Μας φωτάνε... (Προσοχή! Μας κοιτούν...) PDF Εκτύπωση E-mail
Τετάρτη, 11 Απρίλιος 2018 23:14

 

Το φλαμπούρι πέφτει και αρχίζει να κρανίζει, καθώς έρχεται η χάλπου... βρίσκομαι στην Ελλάδα, κόβω και ράβω νέες για μένα λέξεις... «ζαντέ...» μού φωνάζει ο μπάρμπα Λιόλιος, χανιτζής 4ης γενιάς και χαμογελάει. Έξω από το μαγαζί περνάει ένα λευκό γαλάζιο αυτοκίνητο με «καρούμπαλο», γεμάτο μπάνικους πάτελλους, του λέω τη φράση: «Στίλιανε! Μας φωτάει ο μπάνικος πάτελλος», σκάει στα γέλια και αυτός και η γυναίκα του!

Μπερδευτήκατε και θέλετε να πάρουμε τα πράγματα από την αρχή; Ο ήλιος βασιλεύει και αρχίζει να βρέχει, καθώς έρχεται η νύχτα. Βρίσκομαι στα Κράβαρα και ο μπάρμπα Λιόλιος με κοροϊδεύει που θέλω να μάθω την Μπολιάρικη διάλεκτο, φωνάζοντάς μου «χαζέ...». Απ' έξω περνάει ένα αυτοκίνητο της Αστυνομίας και του πετάω τη φράση που έμαθα από το βιβλίο «Ρούμελη» του Πάτρικ Λη Φέρμορ: «Προσοχή! Μας κοιτάζει ο μεγάλος χωροφύλαξ!». Εκείνος και η γυναίκα του σκάνε στα γέλια.

Όλοι όσοι ακούνε τη λέξη Κράβαρα (την έχουν ακουστά την περιοχή ως Γκράβαρα ­ λανθασμένα φυσικά), αναρωτιούνται πού άραγε να βρίσκεται αυτή η περιοχή της Ελλάδας. Ουδείς από αυτούς γνωρίζει ούτε ένα από τα τουλάχιστον 45 χωριά που σώζονται σ' αυτή την «άγνωστη» γωνιά του Νομού Αιτωλοακαρνανίας, ενώ κάποιοι έχουν περάσει από εκεί χωρίς να το καταλάβουν! Οι Κραβαρίτες, έξυπνοι και επιτήδειοι άνθρωποι, ράτσα ξεχωριστή, θα γελάνε τώρα διαβάζοντας και θα αναρωτιούνται μέχρι πού σκοπεύω να φθάσω. Θα αναφέρω τον «Ζητιάνο» του Καρκαβίτσα ή θα το προσπεράσω;

Ήταν τον Μάιο του 1890 όταν ο μεγάλος Έλληνας πεζογράφος-ηθογράφος Ανδρέας Καρκαβίτσας παίρνει μετάθεση ως έφεδρος ανθιπίατρος για τη φρουρά του Μεσολογγίου. Τότε επισκέπτεται για πρώτη φορά τα Κράβαρα και την ίδια χρονιά δημοσιεύει στο περιοδικό «Εστία» τις οδοιπορικές του σημειώσεις, που προκαλούν σάλο. Γράφει, λοιπόν, για τους Κραβαρίτες: «...Ουδέν υπομονητικότερον ούτε πεισματωδέστερον αυτών. Έθεσαν ως σκοπόν του βίου των να γελάσωσι στην ανθρωπότητα και το πράττουν. Τίποτε δεν τους εμποδίζει, ούτε η φύσις, ούτε οι νόμοι, ούτε η γλώσσα, ούτε τα ήθη, ούτε οι άνθρωποι, ούτε τα θηρία. Εμπρός, πάντα εμπρός. Ας διαρρέη ο βίος άχαρις, ατερπής και αγέλαστος αρκεί να γεμίζει το κεμέρι*...». (*κομπόδεμα)

Το Χάνι του Λιόλιου

Μιλάμε για κείμενο σκέτο καταπέλτη για τη φτωχή και απομονωμένη γωνιά της Ελλάδας. Από την άλλη, η Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια δεν τους χαρίζεται επίσης, τους λέει ψευδολόγους, υποκριτές, αγύρτες, αλήτες, επαίτες και ζητιάνους! Ο Ανδρέας Καρκαβίτσας δεν σταματά όμως εκεί. Από το καλοκαίρι του 1895 αρχίζει να γράφει, σε αποσπάσματα για την εφημερίδα «Εστία», ένα από τα αριστουργήματα της ελληνικής λογοτεχνίας τον «Ζητιάνο». Κεντρικός ήρωας του βιβλίου ο φοβερός Τζιριτόκωστας, ένας Κραβαρίτης... «...ήταν από τον τόπο που συμμαζώνει στα στενά του σύνορα όλην την ασυμμάζευτην ιστορία της ελληνικής ζητιανιάς...», γράφει ο Καρκαβίτσας.

Δεν θα σταθώ στον Καρκαβίτσα και δεν σκοπεύω (ούτε «με παίρνει» δηλαδή) να κρίνω το έργο του και τη στάση του απέναντι στα Κράβαρα. Αν δει κανείς ακόμα και σήμερα τη μικρή γεωγραφική ενότητα των Κραβάρων, που μοιάζει να αιωρείται πάνω σε βουνίσιες ορθοπλαγιές γεμάτες με τις πεζούλες της φτώχειας, μπορεί εύκολα να δικαιολογήσει τους ανθρώπους που ζούσαν τουλάχιστον 120 χρόνια πιο πριν. Αν εξέλιξαν τη ζητιανιά ή την εξαπάτηση σε επάγγελμα, είναι γιατί δεν είχαν καμία άλλη διέξοδο. Από την άλλη, ήσαν και τρομερά έξυπνοι. Δεν έφθανε ότι μεταμορφώνονταν πειστικά σε σακάτες, τυφλούς, μουγγούς κ.λπ., αλλά είχαν απαράμιλλη λεκτική ευφράδεια, τρομερή αντίληψη και ήταν σε θέση να πουλήσουν ακριβά τα περίφημα βοτάνια τους. Πιο γνωστό απ' όλα το σερνικοβότανο (για να κάνεις αρσενικά παιδιά), αλλά και εκείνο της αγάπης!

Φυσικά, τα ταξίδια τους ήταν πολύ μεγάλα. Γύριζαν σε όλα τα Βαλκάνια και πήγαιναν ακόμα πιο μακριά, μέχρι τη Ρωσία. Κάθε ταξίδι διαρκούσε τουλάχιστον 2-3 χρόνια και όταν γύριζαν ήταν φορτωμένοι με χρυσάφι. Σύντροφος σε κάθε ταξίδι ήταν η μαγκούρα τους που χιλιογδαρμένη και δαγκωμένη από άγριους σκύλους επέστρεφε στο σπίτι για να αναρτηθεί στον τοίχο, σαν το απόλυτο τρόπαιο της ικανότητάς τους. Πολλοί σε εκείνη τη μαγκούρα έκρυβαν τις χρυσές λίρες, που μάζευαν μία-μία υπομένοντας χίλια βάσανα και κακουχίες στη διάρκεια του ταξιδιού. Η υπομονή τους ιώβεια, η δύναμή τους ανείπωτη, η εξυπνάδα τους σχεδόν αξεπέραστη και οι εμπειρίες που αποκόμιζαν από το ταξίδι τους στον κόσμο ανεκτίμητες. Δεν είναι τυχαίο ότι πολλοί από τους μεγαλύτερους χρυσοχόους που θα συναντήσεις σήμερα σε όλες τις πόλεις της Ελλάδας (αλλά και του εξωτερικού) είναι Κραβαρίτες! Επίσης όσοι μετανάστευσαν (μαζικά σχεδόν) στην Αμερική, στα μέσα του προηγούμενου αιώνα, τώρα έχουν μεγάλες περιουσίες, ξεκινώντας φυσικά από το απόλυτο μηδέν!

Μαζί με όλα αυτά έρχονται και τα Μπολιάρικα, μια σπάνια και περίεργη διάλεκτος που φαίνεται ότι την εξέλιξαν μόνοι τους οι Κραβαρίτες. «Πρόσεχε, μη σε μπολιαρέψουν», έλεγαν σε κάποιον που πήγαινε στα Κράβαρα και σήμαινε «Πρόσεξε, μη σε τυλίξουν σαν κορόιδο». Τα Μπολιάρικα είναι η δική τους κοροϊδευτική διάλεκτος, παραποιώντας τα ελληνικά, χρησιμοποιώντας λέξεις με σλαβική ή τουρκική ρίζα, παίζοντας με τα φωνήεντα και τα σύμφωνα όπως εκείνοι γουστάρουν. «Ο μαλάτος τραβάει τα μάραθά του...», δηλαδή «ο παπάς τραβάει τα γένεια του...». Αδύνατον να τους καταλάβεις, θα πρέπει να τους ψήσεις να σε μάθουν, όπως έκανε πετυχημένα ο Πάτρικ Λη Φέρμορ!

Μέχρι τώρα, δεν έχω γράψει γραμμή για την περιήγησή μου στα χωριά τους, αλλά όλα τα παραπάνω μου φαίνονται πολύ σημαντικά για να τα παραλείψω. Ίσως είναι αυτά και μόνον που θα οδηγήσουν τον ταξιδιώτη στις ιλιγγιώδεις διαδρομές της περιοχής αυτής. Χωρίς αυτήν τη γνώση δεν θα καταλάβεις τα Κράβαρα, δεν θα εκτιμήσεις τον τόπο και τους ανθρώπους.

To ταξίδι μου ξεκίνησε από την Άνω Χώρα Ναυπακτίας (ή αλλιώς Μεγάλη Λομποτινά), το χωριό που μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους λεγόταν ότι ήταν πρωτεύουσα της επαρχίας των Κραβάρων. Όσον αφορά δε την ονομασία Κράβαρα υπάρχουν πολλές εκδοχές. Η μία λέει ότι βγήκε από τους σωρούς των βράχων που στοίβαξε ο Θεός στην περιοχή αυτή, αλλά οι τοπικοί ισχυρίζονται ότι βγαίνει από τη φράση «στην κάρα βαρείτε», δηλαδή «χτυπάτε στο κεφάλι», που φώναζαν μεταξύ τους στις μάχες με τους Τούρκους. Η Μεγάλη Λομποτινά, από την άλλη, είναι ένα όμορφο χωριό στημένο στα 1.000 μέτρα ύψος και από το ξενοδοχείο «Κρυστάλ», που αποτελεί πόλο έλξης στην περιοχή, ανακαλύπτεις ένα υπέροχο κομμάτι της «ελληνικής Ελβετίας», πνιγμένο στα έλατα. Τώρα τον χειμώνα, με το πολύ χιόνι, το τοπίο μοιάζει ονειρεμένο, σαν να βγήκε από παραμύθι και οι επισκέπτες ξέρουν να το τιμούν εδώ και πολλά χρόνια. Μόνο που αγνοούν ότι βρίσκονται στα Κράβαρα!

Ο πιο εύκολος και σύντομος προορισμός από την Άνω Χώρα Ναυπακτίας είναι το χωριό με το περιώνυμο μοναστήρι της Παναγίας της Αμπελακιώτισσας. Δεν είναι αστείο ότι τούτο το μοναστήρι στήθηκε στα 1455 και οι πρώτοι μοναχοί έμειναν εκεί από τα 1470. Η εικόνα της Παναγίας, που βρέθηκε από βοσκούς στο σημείο, λένε ότι παλιότερα ήταν στα Αμπελάκια της Θεσσαλίας. Τρεις φορές την πέταξαν οι Τούρκοι στον Πηνειό και εκείνη επέστρεφε στη θέση της, μέχρι που οι βάρβαροι έκαψαν την εκκλησία. Τότε εμφανίστηκε στην τοποθεσία αυτή. Στο μοναστήρι σήμερα θα βρείτε μονάχα τον 80χρονο πάτερ Ραφαήλ να το φροντίζει και να «αναπαύεται», περιμένοντας νεώτερους μοναχούς να έρθουν, ευχόμενος να μπορέσουν να βρουν και εκείνοι την «ανάπαυση» σ' αυτή την απομονωμένη γωνιά.

Από την Αμπελακιώτισσα, το ομώνυμο χωριό στο οποίο τον χειμώνα μένουν περί τους 20 κατοίκους, επέστρεψα στη διασταύρωση που έδειχνε το χωριό Πόδος και χώθηκα στο υπέροχο δάσος από έλατα. Από την πρώτη στιγμή, που αντίκρυσα τον Πόδο, κατάλαβα ότι μπήκα στο φοβερό «βασίλειο» με τις πεζούλες. Αυτές οι σκαλισμένες με κόπο αναβαθμίδες που έθρεψαν πολλές γενιές, όταν τα χωριά αυτά έσφυζαν από ζωή, τώρα διαλύονται σιγά-σιγά. Οι περισσότερες πλαγιές των λόφων στα Κράβαρα (αλλά και σε πολλές άλλες περιοχές της Ελλάδας) έχουν περίτεχνα διαμορφωθεί από ανθρώπινο χέρι, έχουν ποτιστεί από τον ανθρώπινο ιδρώτα, έχουν καλλιεργηθεί στις περιόδους της «φτώχειας», έχουν προσφέρει πολύτιμα αγροτικά αγαθά, έχουν δώσει απλόχερα την ενέργεια που πήραν και έχουν εγκαταλειφθεί οριστικά. Πολύ ωραία τα λέει η βιολόγος Πηνελόπη Ματσούκα για τις πεζούλες στα Κράβαρα, για τούτο και παραθέτω ένα μικρό απόσπασμα: «Έργα τέχνης μεγάλης κλίμακας θα μπορούσε να χαρακτηρίσει κανείς τις αλλεπάλληλες ξερολιθιές που περιγράφουν με χάρη τους κυματισμούς του ανάγλυφου, ιδιαίτερα εάν τις έβλεπε την εποχή που οι πεζούλες ήταν χρωματισμένες με το χρυσαφί του ώριμου σταριού. Εδώ και μερικές δεκαετίες, όμως, οι ορεινές καλλιέργειες εγκαταλείφθηκαν. Πουρνάρια και έλατα προελαύνουν ακάθεκτα στις πεζούλες και οι ξερολιθιές γκρεμίζονται. Δεν μπορούμε δυστυχώς να κάνουμε τίποτε γι' αυτό γιατί, όπως συμβαίνει με τα παλιά μονοπάτια, η διατήρησή τους είναι συνυφασμένη με τη χρήση τους από τους ανθρώπους και δεν μπορούν να διασωθούν όπως άλλα μνημεία με εξωγενείς παρεμβάσεις...».

Εάν κάποιος θα ήθελε να δει ένα αυθεντικό Κραβαροχώρι της περασμένης χιλιετίας, θα πρέπει να ακολουθήσει τον δρόμο από τον Πόδο στην Ελευθέριανη, να συνεχίσει 600 μέτρα ίσια μετά τη διασταύρωση (όπου δεξιά πάει για Χόμορη) και να αντικρύσει τον εγκαταλελειμμένο οικισμό τού Πλατανιά. Η θέα των γκρεμισμάτων από ψηλά δεν είναι αρκετή. Δοκιμάστε να περπατήσετε και θα καταλάβετε ακριβώς, θα νιώσετε πρωτόγνωρες συγκινήσεις, είναι σίγουρο!

Από τον Πλατανιά επέστρεψα στη διασταύρωση, πήρα τον δρόμο για τη Χόμορη, περνώντας το πλέον χαρακτηριστικό ρέμα-ποτάμι της περιοχής, τον Κότσαλο. Οι διαδρομές γύρω από τον Κότσαλο (ή Πλατανίτη) μπορεί να είναι δύσκολες (χωμάτινες οι περισσότερες), όμως η θέα είναι πάντα εξαιρετική. Η Χόμορη είναι περιποιημένο και μεγάλο χωριό, με πέτρινα σπίτια και πολλά τρεχούμενα νερά. Τώρα στέκεται σιωπηλή με τα χιονισμένα αμπέλια της δίπλα στον δρόμο, την άνοιξη και το καλοκαίρι όμως θα είναι ένας πολύβουος παράδεισος.

Με ασφάλτινα, αλλά και χωμάτινα κομμάτια, ο δρόμος από τη Χόμορη με οδήγησε στον κεντρικό, που ενώνει τον Πλάτανο με τον Άγιο Δημήτριο και τα τεχνικά έργα εκτροπής του Ευήνου. Ακολουθώντας τη διαδρομή προς Άγιο Δημήτριο, έφθασα στο φημισμένο Χάνι του Λιόλιου, που λειτουργεί από το 1820 μέχρι σήμερα. Τέταρτης γενιάς χανιτζής ο μπάρμπα Λιόλιος, θυμάται τον εαυτό του πάντα εκεί και μιλάει για τον Καραϊσκάκη, που έμεινε τραυματισμένος 15 ημέρες στο χάνι. Θυμάται τα κοπάδια με γιδοπρόβατα που αριθμούσαν πολλές χιλιάδες, τους ανθρώπους που εξυπηρετούσε καθημερινά από 44 ορεινά χωριά και αναπολεί τις εποχές εκείνες, τις «χωρίς διαφθορά», καθώς λέει. Λίγο πιο πάνω (προς Άγιο Δημήτριο), βρίσκεται και το Χάνι του Κωλέττη, αλλά δεν λειτουργεί πια.

Από το Χάνι του Λιόλιου γύρισα πίσω, προς Πλάτανο, θαύμασα τον καλοδιατηρμένο επάνω οικισμό και τα λιθανάγλυφα στα σπίτια της γειτονιάς των Ροντηρέικων και συνέχισα για Ποκίστα και Δορβιτσιά. Στην Παναγιά την Γερακαριώτισσα δεν μπόρεσα να πάω, γιατί ήταν κομμένος ο δρόμος σε δύο σημεία και έπειτα κατηφόρισα για την απλωσιά του Κάμπου, δίπλα στον Εύηνο. Από όλη αυτήν τη διαδρομή ενθουσιάστηκα, αλλά δεν προλαβαίνω να σας τα γράψω όλα τώρα. Θα ξαναπάω σίγουρα, γιατί η γνωριμία με τα Κράβαρα και τα χωριά τους ήταν αποκαλυπτική. Ελπίζω το ίδιο και για εσάς.

ΔΙΑΔΡΟΜΗ

Πολύ διάβασμα έπεσε για να γράψω αυτό το μικρό κομμάτι για τα Κράβαρα και πέρα από τον «Ζητιάνο» του Καρκαβίτσα (Εκδόσεις Εστία), σημαντικά βοήθησε και το βιβλίο «Ρούμελη» του Πάτρικ Λη Φέρμορ (Εκδόσεις Κέδρος). Για να περιηγηθείτε στην περιοχή με σιγουριά, εξαιρετικός είναι ο χάρτης «Αγρίνιο - Κράβαρα», καθώς και το βιβλιαράκι που τον συνοδεύει των Εκδόσεων Ανάβαση. Το κομμάτι της Πηνελόπης Ματσούκα για τις πεζούλες των Κραβάρων εκεί το βρήκα.

Ακολουθώντας τη διαδρομή με τις παρακάμψεις, ο χιλιομετρητής τού αυτοκινήτου θα γράψει κοντά 100 χιλιόμετρα, εκ των οποίων τα περισσότερα θα είναι ασφάλτινα. Βέβαια, αυτή την εποχή το χιόνι θα δυσκολέψει σημαντικά την περιήγηση, αλλά είτε με αλυσίδες είτε με αυτοκίνητο 4x4 θα τα καταφέρετε. Οι περισσότεροι χωματόδρομοι δεν έχουν δύσκολα κομμάτια, γιατί είναι καλοπατημένοι και στηρίζονται σε έδαφος με πέτρα. Οι παρακάτω μερικές χιλιομετρικές αποστάσεις θα σας φανούν χρήσιμες. Από τη Ναύπακτο μέχρι την Άνω Χώρα η απόσταση είναι γύρω στα 50 χιλιόμετρα, αλλά μην περιμένετε να κάνετε λιγότερο από μιάμιση ώρα για να φθάσετε (χιόνι σίγουρα θα βρείτε αυτή την εποχή). Από την Άνω Χώρα μέχρι το χωριό Αμπελακιώτισσα υπολογίστε 15 χλμ. (χωμάτινα τα περισσότερα, αλλά σύντομα θα ασφαλτοστρωθεί), ενώ μέχρι τον Πόδο 12. Πόδος-Χόμορη 17 χλμ. (κυρίως χωμάτινα) και από εκεί υπολογίστε άλλα 14 μέχρι το Χάνι του Λιόλιου. Το Χάνι απέχει από τον Πλάτανο 10 ασφάλτινα χιλιόμετρα (τρομερή ορεινή διαδρομή με απίστευτη θέα) και από τον Πλάτανο η Ποκίστα απέχει 7 χλμ. (άσφαλτος), η Δορβιτσιά 13 και η Ναύπακτος 52.

ΔΙΑΜΟΝΗ

Είναι σχεδόν σίγουρο ότι εάν δεν υπήρχε το ξενοδοχείο «Κρυστάλ» (τηλ. 0634-41555-6) που μοιάζει με όαση για τους πρωτευουσιάνους, κανείς δεν θα ήξερε τον δρόμο για την Άνω Χώρα Ναυπακτίας! Είναι τόσο άρτιο στις υπηρεσίες που προσφέρει, ώστε δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι προσπαθείς καιρό για να βρεις δωμάτιο ελεύθερο. Το «μπράβο» από μόνο του δεν είναι αρκετό για την υποδειγματική του λειτουργία. Πριν από την Άνω Χώρα, στην Ελατού λειτουργεί και ένας καλός κοινοτικός ξενώνας (τηλ. 0634-53060). Όσοι το επιθυμούν, μπορούν να φιλοξενηθούν στο μοναστήρι της Αμπελακιώτισσας (τηλ. 0634-41207), αλλά προσωπικά θα τους παρακαλούσα να βοηθήσουν όσο μπορούν και όχι να ταλαιπωρήσουν τον υπερήλικα πάτερ Ραφαήλ. Σε κανένα άλλο χωριό ούτε καν στον Πλάτανο βρήκα ξενώνα ανοικτό αυτή την εποχή.

 

Πηγή: ΤΑ ΝΕΑ

ΓΙΑΝΝΗΣ ΝΤΡΕΝΟΓΙΑΝΝΗΣ  | ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: 25/02/2000 |    

 
Διαφήμιση