headerphoto
Διαφήμιση
Ορεινή Ναυπακτία:Ο καρνάβαλος PDF Εκτύπωση E-mail
Τρίτη, 14 Νοέμβριος 2017 23:37

 

Φωτογραφία του Γεώργιος Στρουμπής.

 

 

Γράφει ο Θανάσης Γ. Μανώλης Ιατρός*

 

Το λεωφορείο της γραμμής, οι κάτοικοι το ονόμαζαν «καρνάβαλο».

Πιθανά πήρε αυτό το όνομα γιατί ήταν στολισμένο με κάθε είδους κορδέλες και πολύχρωμα μπιχλιμπίδια, που κρεμόντουσαν περιμετρικά στο παράθυρο του οδηγού.

Το 16θέσιο λεωφορείο έκανε την διαδρομή Θέρμο-Περίστα μέρα παρά μέρα και η διάρκεια του ταξιδιού ήταν τρεις ώρες περίπου.

Ο «καρνάβαλος» μετέφερε, εκτός από τους επιβάτες και τα εμπορεύματα για τα χωριά. Το δρομολόγιο από το Θέρμο ξεκινούσε στις μία το μεσημέρι και ακολουθούσε την διαδρομή προς Κάτω Χρυσοβίτσα-Διασελάκι (Σέλψα)-Πέρκος-Περίστα. Η αναχώρηση από την Περίστα γινόταν την επομένη, στις πέντε το πρωί.

Ο «καρνάβαλος»που έκανε την διαδρομή Θέρμο-Κάτω Χρυσοβίτσα-Διασελάκι (Σέλψα)-Πέρκος-Περίστα.

Στην Περίστα γινόταν η διανυκτέρευση και το επόμενο πρωινό γινόταν η αναχώρηση.

Όταν κατασκευάστηκε ο δρόμος Ναύπακτος-Πλάτανος-Περίστα, ο ίδιος τύπος λεωφορείου έκανε κι αυτό το δρομολόγιο.

Η διαδρομή γινόταν σε πέντε ώρες περίπου και περνούσε από όλα τα χωριά, με στάσεις για να ξεφορτωθούν τα εμπορεύματα και να αποβιβαστούν οι επιβάτες.

Μία απαραίτητη στάση γινόταν στο χωριό Ποκίστα, τόπος γέννησης του οδηγού.

Ξεκούραση,όσο για να πιείς μια πορτοκαλάδα, ή κανένα καφέ στα γρήγορα.

Η επόμενη στάση γινόταν στον Πλάτανο, για να ξεμουδιάσουν τα πόδια και να ισιώσει η μέση.

Τους καλοκαιρινούς μήνες, το δρομολόγιο γινόταν κάθε μέρα.

Παρακάτω θα περιγράψω την εμπειρία μου-περιπέτεια θα έλεγα-από ένα ταξίδι με τον «καρνάβαλο», που έγινε στις αρχές της δεκαετίας του 1970.

Τον Ιούλιο πήγαμε οικογενειακά στην Περίστα, στο χωριό του πατέρα μου.

Από την Αθήνα στην Περίστα λοιπόν,στην αρχή με το ΚΤΕΛ μέχρι την Ναύπακτο και στη συνέχεια μέσα στο καταμεσήμερο,με τον «καρνάβαλο» μέχρι το χωριό.

Ο «καρνάβαλος» ήταν ένα μικρό λεωφορείο, δεκαέξι θέσεων περίπου, που είχε και καρεκλάκια ανάμεσα για τους υπεράριθμους. Ο «καρνάβαλος» κουβαλούσε τα πάντα.

Ανθρώπους-επιβάτες, εμπορεύματα σε χάρτινα κιβώτια, παγοκολόνες τυλιγμένες σε λινάτσα, λαχανικά σε ξύλινα καφάσια, πεπόνια και καρπούζια, κρέατα κότα κι ό,τι άλλο μπορούσε κανείς να φανταστεί. Κουβαλούσε από τον Έπακτο (Ναύπακτο), ό,τι παραγγελίες είχαν κάνει οι έμποροι και οι κάτοικοι των χωριών από τα οποία περνούσε το δρομολόγιο. 

Καθημερινό δρομολόγιο, άπαξ ημερησίως, το μεσημέρι. Οδηγός ήταν ένας άνδρας θηριώδης με παχύ μουστάκι, κιτρινισμένο απ’ τ’ άφιλτρα βαριά τσιγάρα Αγρινίου, που μόνιμα κρεμόντουσαν στα χοντρά του χείλη. Απέπνεε μια οσμή από ξινισμένο ιδρώτα και οινόπνευμα, ανακατεμένα με νικοτίνη.

Υπήρχε κι ο βοηθός τού οδηγού, που ήταν για όλες τις παρακατιανές δουλειές. Το νεαρό χωριατόπαιδο, σανμαϊμού σκαρφάλωνε στον «ουρανό» του λεωφορείου κι ανεβοκατέβαζε τις σκεπασμένες με καραβόπανο βαλίτσες των επιβατών. Στην διαδρομή, κατέβαινε κάθε τόσο από τον «καρνάβαλο» και έσπρωχνε, στην βαθειά χαράδρα, τις μεγάλες κοτρόνες που είχαν κυλίσει στον δρόμο, ώστε να μπορεί να περάσει το λεωφορείο.
Χωματόδρομος, λακκούβες, πέτρες, σκόνη, ζέστη, στροφές και τσούκου
-τσούκου ο «καρνάβαλος» αγκομαχώντας, γραπωνόταν στα κακοτράχαλα βουνά. Ένας δρομέας μεγάλων αποστάσεων θα πήγαινε πιο γρήγορα.

Ο ιδρώτας έτρεχε αλμυρό ποτάμι κι ο καυτός καλοκαιρινός ήλιος με πλευροκοπούσε σε κάθε στροφή, κουρτινάκια στα παράθυρα δεν υπήρχαν και τα θολά, από την απλυσιά, τζάμια ήταν κατεβασμένα μέχρι την μέση. Σκόνη παντού, που έμπαινε ασταμάτητα από τα μισάνοιχτα παραθύρια σε κάθε  ανηφορική στροφή. Η σπονδυλική στήλη ταρακουνιόταν, τα πόδια ήταν μαζεμένα, τα γόνατα τριβόντουσαν στο μπροστινό κάθισμα, το κεφάλι αναπηδούσε δεξιά αριστερά και πάνω-κάτω, τα κουρασμένα βλέφαρα μάταια προσπαθούσαν να κλείσουν, οι εφημερίδεςβεντάλιες πέρα δώθε να κάνουν λίγο αέρα, η μηχανή μούγκριζε σαν πεινασμένο και αγριεμένο θεριό, μυρωδιά από καυσαέριο και πετρέλαιο ανακατεμένα. Ο βοηθός μοίραζε χάρτινες σακούλες για το ενδεχόμενο του εμετού... πολλές οι στροφές, αναθεμάτες!

Όμως, η «μουσική» με το κλαρίνο στη διαπασών, για τη διασκέδαση των μισοκοιμισμένων επιβατών και για να περνά «ευχάριστα» ο χρόνος. Κλαρίνο με πολλά παράσιτα από το παλιό και ταλαιπωρημένο κασετόφωνο. Αλλά, αυτό το εργαλείο διέθετε ο «καρνάβαλος» για να ξεχνιούνται, νααπασχολούνται και να μην διαμαρτύρονται οι επιβάτες στην διαδρομή. Τσάμικα και καλαματιανά, που ήταν ηχογραφημένα στα καλοκαιρινά πανηγύρια. Ακούσματα από κλαρίνο, για να αρχίζει να μπαίνει ο επιβάτης στο «κλίμα» της ορεινής Ναυπακτίας. Αφόρητο βουητό στ’ αφτιά, που σου «έσπαγε» το κεφάλι.

Ο μόνος που την καταέβρισκε με τα τραγούδια, ήταν... ο οδηγός.

Η διάρκεια του ταξιδιού ήταν πέντε ώρες και βάλε, για τα εξήντα χιλιόμετρα τού ανηφορικού χωματόδρομου. Όταν, επιτέλους, έφτανε ο«καρνάβαλος» στην πλατεία του χωριού, αισθανόσουν μια ανακούφιση για το τέλος του «μαρτυρίου» και μια εξάντληση σαν του διψασμένου οδοιπόρου μέσα στον καλοκαιρινό λίβα. Ευτυχώς, που το μεγάλο πλατάνι έριχνε την παχιά δροσιά του στους ταλαιπωρημένους επιβάτες... Η πλατεία του χωριού ήταν γεμάτη από ηλικιωμένους συνταξιούχους, που με περιέργεια έβλεπαν το ποιοί συγχωριανοί κατέβαιναν από τον «καρνάβαλο», για να περάσουν τις καλοκαιρινές διακοπές τους στην Περίστα.

Η ταλαιπωρία δεν είχε όμως ακόμη τελειωμό για μένα, διότι υπήρχε και η συνέχεια...

Ο ποδαρόδρομος στο ανηφορικό καλντερίμι για το σπίτι που βρίσκεται στον πάνω μαχαλά, κουβαλώντας τις βαλίτσες στα χέρια. Τα πόδια λύγιζαν, τα πνευμόνια αγκομαχούσαν, ο ιδρώτας «έπλενε» με αλάτι το μέτωπο, μούσκεμα το μπλουζάκι στο στήθος και στις μασχάλες...

Σαν παιδί της πόλης, ήμουν ασυνήθιστος κι αγύμναστος σε τέτοιες «σκληρές» συνθήκες. Κατά τ’ άλλα,... διακοπές να μού πετύχουν!

Όταν φτάναμε στο σπίτι, η μάνα μου σκούπιζε το πάτωμα από τα ζωύφια που βρισκόντουσαν σκοτωμένα όλο τον χειμώνα και σφουγγάριζε
από άκρη σε άκρη. Αφού γινόταν μία πρόχειρη τακτοποίηση ώστε να μπορέσουμε να μείνουμε με «ασφάλεια», στη συνέχεια ζέσταινε νερό στο μεγάλο τσουκάλι, για να πλυθούμε και να φύγει η σκόνη που είχε ποτίσει τα ρούχα και τα μαλλιά μας. Θερμοσίφωνο εκείνη την εποχή δεν υπήρχε, αφού το ρεύμα δεν είχε ακόμη φτάσει στο χωριό. Λάσπη καφετιά τ’ απόνερα από το μπάνιο στην αυλή κυλούσαν στον από κάτω κήπο.

Φαγητό πρόχειρο στη συνέχεια (η γιαγιά μου η Σπυριδούλα που μόνιμα έμενε στο χωριό είχε πεθάνει) και κατευθείαν για ύπνο στο σιδερένιο κρεβάτι με τον παλιό σομιέ να τρίζει. Ύπνος βαθύς μέχρι τ’ άλλο πρωί, που σηκωνόμουν με τα μέλη μου πιασμένα από την υποχρεωτική «γυμναστική» της προηγούμενης μέρας.
Πολλές φορές είχα πει με αγανάκτηση και είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου, ότι αυτή θα ήταν η τελευταία φορά που θα επισκεπτόμουν την Περίστα!
Δεν ξαναπάω στο χωριό!!!
Ευτυχώς, που... δεν κράτησα τον λόγο μου

 

Φωτογραφία του Γεώργιος Στρουμπής.

ΝΑΥΠΑΚΤΟΣ -ΠΕΡΙΣΤΑ : ΟΔΗΓΟΣ ΤΖΙΜΗΣ ΣΤΑΙΚΟΣ

Φωτογραφία του Spyros Tsirkas.

ΘΕΡΜΟ-ΠΕΡΙΣΤΑ : ΟΔΗΓΟΣ ΣΑΚΙΑΣ ΚΟΜΠΟΤΟΣ

 

*Υ.Γ. Όταν με ρωτούν«γιατρέ από πού είσαι;»«από την Περίστα της ορεινής Ναυπακτίας»απαντώ με περηφάνια

 

 
 
Διαφήμιση