headerphoto
Διαφήμιση
Oρεινή Ναυπακτία: ΕΚΕΙΝΑ …. ΤΑ ΣΧΟΛΕΙΑ ΜΑΣ ….. PDF Εκτύπωση E-mail
Δευτέρα, 07 Νοέμβριος 2016 22:41

 

 

 

 

Γράφει ο Γιάννης Κουλοτούρος

 

Τα χρόνια διάβηκαν κι αλλάξαν οι καιροί και των χωριών τα σπίτια ερημώσαν. Τα νιάτα μίσεψαν σε τόπους μακρινούς και η ζωή στα μέρη μας, έπαψε να βλαστίζει.

Έτσι ρημάξαν τα σχολειά από παιδιά και οι αυλές τους έρμες στέκουν.

Βουβά, κλειστά, τώρα εκεί πέρα, να κουβαλάνε θύμησες ολάκερης ζωής κι αγέρωχα το ερειπωμένο το κουφάρι τους να ορθώνουν.

… Αυτά που κάποτε γεμίζαν με ζωή κι απλόχερα την γνώση τους προσφέραν … .Αυτά που στύλωναν μ’ ελπίδες τις καρδιές και μ’ όνειρα το νου μας ταξιδεύαν…

Μέσα εκεί μπορούσε ο φτωχός να ονειρευτεί, πως μιά καλλίτερη ζωή τον περιμένει και με τον πλούσιο να συναγωνιστεί κι η γνώση και τους δυό να ομορφαίνει.

Κι ο δάσκαλος, στην έδρα ασκητικός, όλους μας ν’ αγκαλιάζει σαν παιδιά του και μέρα νύχτα αδιάκοπα, για το καλό μας ναφροντίζει. Και κρεμασμένοι από τα χείλη του εμείς, σ’ άγνωστα να μας ταξιδεύει μονοπάτια και πλέριο φως να ρίχνει, στου μυαλού μας τα σκοτάδια. Πάντα μπροστάρης στον αγώνα μας, τα βήματά μας, μέρα νύχτα να ελέγχει.

Εκεί, οι πιο πολλοί, την ευκαιρία αδράξαμε, άλλοι της γνώσης το κατώφλι να διαβούμε κι άλλοι, αλλού μετά να ιδούμε προκοπή. Δεν ήταν που είμαστ’ όλοι έξυπνοι εμείς. Ήταν η ίδια η μίζερη ζωή, που περιθώριο δεν άφηνε κανένα. Ένας ο στόχος κι ο σκοπός, αν ήθελες καλλίτερα να ζήσεις. Αν ξεστρατούσες, στην καταδίκη μιά ζωή ήσουν ριγμένος. Αγώνας άνισος και δύσκολος πολύ, τα εφόδια της ζήσης, μετρημένα. Άλλος, ώρες περπάταγε να ’ρθεί κι άλλος, ξεπαγιασμένος, νηστικός γυρνούσε.

Μα μες απ’ τα πεινασμένα χνώτα μας, γεμάτη θέρμη ανέβλυζε η ανάσα κι η παιδική, γεμάτη όνειρα ματιά μας, ετούτο μαρτυρούσε. Και καθισμένοι εκεί στην αίθουσα ούλοι αντάμα, πάνω στην πλάκα τα όνειρά μας αραδιάζαμε. Κι όλο μπολιάζαμε τη φτώχεια μας με θέληση για προκοπή κι ύστερα καρτερούσαμε, μέρες καλλίτερες να ’ρθούνε.

Τώρα, όπως τριγύρω σου κοιτάς, κάποιες εικόνες προσπαθείς να περισώσεις κι άλλες που χάθηκαν, να τις συνθέσεις λαχταράς, μ’ ένα φτερούγισμα μικρού παιδιού μέσα στα στήθια. Κι όσο η νοσταλγία σου βαραίνει το μυαλό, μοναδικές στιγμές του χθες, στο σήμερα ποθείς να ζήσεις.

 Αυτές, απ’ τη ζωή τη σχολική, τότε που σαν τη μέλισσα αχόρταγα ρουφούσες, χωρίς τα τωρινά σου τα προβλήματα, για τα καλά στη γύρη της ανεμελιάς ακουμπισμένος. Αυτές, τις όμορφες της νιότης σου στιγμές, που στης καρδιάς τα βάθη έχουν φωλιάσει. Και τ’ άγουρα εκείνα χρόνια αποζητάς της αθωότητας, που τόση δίψα είχες για ζωή και την ασχήμια ακόμα, ομορφιά θωρούσες.

Και μες τη νεκρική τη σιγαλιά, γνώριμες νοιώθεις πως ακούς φωνούλες και λαχανιάσματα, στην κάψα εκεί του παιχνιδιού. Είν’ οι φωνές όλων εκείνων των συμμαθητών μας, που αναπνέανε στον ίδιο τον σκοπό και μας συντρόφευαν στα ίδια καρδιοχτύπια. Κι όλοι μαζί στις λύπες και μικροχαρές, με μιά φιλία άδολη, αγνή, που ρίζωνε για τα καλά μες’ τις καρδιές, που οι πιότεροι και σήμερα για τα καλά φυλάμε.

….Τώρα, μήτ’ έδρα στέκει εκεί κι ο δάσκαλος ταξίδεψε στο χρόνο. Αράχνιασαν οι αίθουσες, μα υφαντό της γνώσης δεν υφαίνουν. Ο ήλιος δεν ζεσταίνει τις καρδιές, σαν άλλοτε, βαριεστημένα τις αχτίδες γυροφέρνει. Του ρολογιού οι δείχτες σταματήσαν, σε σχόλασμα μεσημεριού.

Στους τοίχους ξεχασμένες οι εικόνες, μιά του Χριστού και γύρω των Ηρώων,ακόμα στέκουν μάρτυρες εκεί, να διηγούνται περασμένα μεγαλεία. Στον τοίχο μισοκαρφωμένος και ο άλλοτε κραταιός μαυροπίνακας, σήμερα γερασμένος και κάτωχρος, πνέει τα λοίσθια απ’ τη σκόνη της κιμωλίας που τον πότισε.

Νάτος πιο κει κι ο χάρακας, στο πάτωμα ριγμένος, σαν το σκουπίδι χάσκει στη γωνιά … αυτός, που κάποτε, ρίγη σκορπούσε στ’ άκουσμά του. Να και η σόμπα, με πεσμένο το μπουρί, που όλοι εμείς πυρώναμε τα χέρια, τώρα την καρβουνόσκονη στο πάτωμα σκορπίζει.

Κι αυτά τα σαραβαλιασμένα τα θρανία, θαρρώ πως γνώριμα θα βγούνε στον καθένα, φτάνει απάνω τους να σκύψουμε νοσταλγικά, με μιά παλάμη πρόθυμη τη σκόνη να σκουπίσει.

Ονόματα πολλά, τότε θα ιδούμε, ολούθε χαραγμένα, γραμμένα να θυμίζουν, των παιδικών μας χρόνων, μάθησης μόχθο και οράματα, του χθες της ύπαρξης μας αποδείξεις.

Κι αν πληγωμένα στέκουν σήμερα στο χρόνο, τότε πληγή δεν ήτανε η χαρακιά, μα έρωτας τρανός, μικρών παιδιών φωλιές μιας άδολης αγάπης.

Κι όπως τα μάτια θα βουρκώνουνε στις θύμησες, όλο και κάποιο δάκρυ θα κυλήσει καταγής και σαν διαμάντι θα λαμποκοπά, πάνω στα ίδια αχνάρια, που κάποτε αφήσαμε.

Κι η πόρτα του Σχολειού μας η βαριά, όταν ξοπίσω μας κάθε φορά θα κλείνει, μ’ ένα τριγμό στενάχωρο, λυπητερό, στο κάθε μας προσκύνημα ….«Σύρετε πάλι στο καλό» ….θα γνέφει στον καθένα.

Κι ύστερα πάλι ολομόναχη, ακοίμητη φρουρός των παραδόσεων θαξαναστέκει,για όσα χρόνια ακόμα χρειαστούν.Και όλο θα αντιστέκεται για να προλάβει, ξέροντας των καιρών τα γυρίσματα, την …. Άνοιξη, που δεν μπορεί, παρά μιά μέρα θα ξανάρθει.

Και θα την ξαναζήσει, όπως και τότε, όταν κάποια απ’ τα μελλοντικά εγγόνια μας, μιά μέρα γυρίσουν πίσω στις ρίζες τους, κουρασμένα απ’ την περιπλάνηση κι ένα τσούρμο νέα παιδιά αραδιάσουν.

Κι όλο θα υποκλίνεται παραμερίζοντας κάθε πρωί στο πέρασμά τους, και στοργικά θα τα κοιτάει, σαν θα διαβαίνουν για να μπουν, στης γνώσης το ναό …. κι αυτά να κοινωνήσουν.

Φωτογραφία του χρήστη Πλατανος Αιτωλοακαρνανιας - Ναυπακτίας.

ΣΧΟΛΑΡΧΕΙΟ ΠΛΑΤΑΝΟΥ
-1906-ΣΧΟΛΑΡΧΗΣ ΕΙΝΑΙ Ο
ΣΩΤΗΡΙΟΣ ΜΙΛΤ ΚΩΤΣΟΠΟΥΛΟΣ

 

 

ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΠΛΑΤΑΝΟΥ

ΔΕΚΑΕΤΙΑ ΤΟΥ 1960

Φωτογραφία του χρήστη Πλατανος Αιτωλοακαρνανιας - Ναυπακτίας.

ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΒΟΝΟΡΤΑΣ
25-ΜΑΡΤΙΟΥ-1925

Φωτογραφία του Γεώργιος Στρουμπής.

 

ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΚΑΤΩ ΠΛΑΤΑΝΟΥ-(ΒΟΝΟΡΤΑΣ) 

ΦΩΤΟ: ΑΡΧΕΙΑ ΝΙΚΟΥ ΔΕΔΟΠΟΥΛΟΥ ΚΑΙ ΓΙΑΝΝΗ ΠΟΡΦΥΡΗ

 
Διαφήμιση