| ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΤΑΞΙΔΙ ΤΟΥ ΛΑΙΝΑ |
|
|
|
|
Ο Λαίνας ( Νικόλαος Μαζιάς) κάτοικος αυτού του μικρού χωριού τού Παλιονεχωρου Ορεινής Ναυπακτίας ,από μικρός είχε εξασκηθεί σε όλα αυτά και είχε δημιουργήσει έναν θρύλο γύρω από το όνομά του. Τον γνώριζε όλη η ανατολική Αιτωλοακαρνανία και όλη η Δωρίδα και βάλε.Με τα χρόνια έγινε ο φόβος και ο τρόμος των παιδιων.Αγριωπός πολύ δεν ήταν ,αλλά η ενδυμασία του ,τα μαλλιά και τα γένια του που σπανίως έκοβε έκαναν το πρόσωπό του λίγο τρομακτικό.Μία παλιο χλαίνη τον έκανε ακόμη φοβερότερο.Όπως όλοι οι ζητιάνοι της περιοχής με το που έφτιαξε ο καιρός,ξεκίνησε το μεγάλο του ταξίδι που θα κρατούσε για πέντε με έξι μήνες. Γέμισε τις τσέπες της χλαίνης ψιλοκομμένο καπνό,πήρε ένα τσουβάλι ,έριξε μέσα μιά λινάτσα ,φόρεσε την τραγιάσκα του και ξεκίνησε για το πουθενά…!Γνωστός ο Λαίνας,γνωστό και το Χάνι του Λιόλιου.Σε όλες του τις ‘’εξορμήσεις’’ ,ξεκινούσε από εκεί.Πέρασε ένα ,ένα τα διπλανά χωριά,μόνο και μόνο για κρασάκι,αφού εκεί δεν μπορούσε να διακονέψει.Το βράδυ κοιμήθηκε στην πόρτα μιας εκκλησίας και το πρωί σηκώθηκε και κατέβηκε στα χαμηλά.Ενδόμυχα είχε αποφασίσει να έρθει πρός τα δικά μας χωριά.Στην Πίνα βρήκε ακόμα τσοπάνηδες,που τον τάισαν για καλά και τον φίλεψαν τυρί και ψωμί για τον δρόμο.Το βράδι σταμάτησε στον Αβαρίκο.Υπήρχε τότε εκεί ένα μικρό μαγαζάκι που κέρασε τον ζητιάνο δυό ποτήρια κρασί ,και τον άφησαν να κοιμηθεί εκεί το βράδυ μέσα στο μαγαζάκι.Ο ιδιοκτήτης τον κλείδωσε μέσα γιατί τον γνώριζε… Στο Κεφαλόβρυσο έμεινε τρείς μέρες.Εκεί είχε και τα πρώτα ‘’δώρα’’με αποτέλεσμα να αρχίσει το τσουβάλι να γεμίζει και να βαραίνει. Την τρίτη μέρα έπρεπε να φύγει ,αλλά κάπου έπρεπε να αποθηκεύσει το τσουβάλι με τα τυχερά.Ήξερε μία νύφη από την περιοχή του την Τρυπίτσα ,παντρεμένη στο Κεφαλόβρυσο.Μιά και δυό πήγε στο σπίτι της. Αυτή είχε τρία αγόρια,μόλις τα είδε ο Λαίνας τρομοκρατήθηκε,Θυμήθηκε τι έπαθε προχθές στο Πετροχώρι που μόλις τον πήραν χαμπάρι καμιά δεκαριά διαβολοπαιδα του ρίχτηκαν με πέτρες και κοροϊδίες.Τρέχοντας έφυγε από εκεί.Πρώτη κουβέντα του στην πατριώτισσα ήταν ‘’μαζέψτε τα παιδιά σας’’.Αυτό πλέον το έλεγε σε όποιο σπίτι και να ερχοταν.Τα παιδιά όταν ήταν πολλά μαζί ,έπαιρναν εκδίκηση από το φόβητρο, που άκουγε στο όνομα Λαίνας. Αυτή του έβαλε να φάει του έδωσε κρασί,αν και φαινόταν πιωμένος και του έστρωσε να κοιμηθεί στην αποθηκούλα που είχε στην αυλή.Αυτός σηκώθηκε πρωί,πρωί και έφυγε πριν ξυπνήσουν τα παιδιά. Ανέβηκε Μεγα Δέντρο,και μόνο τον καφετζή βρήκε στο μικρό καφενείο, ο οποίος τον κέρασε κρασί, και προχώρησε. Έφτασε κάποια στιγμή στην γέφυρα του Μουτάφη έκατσε και ξεκουράστηκε.Πήρε κουράγιο και μπήκε στην ανηφόρα για την Σαμπατίνα (Αετόπετρα).Ήξερε ότι εκεί θα έβρισκε συμπατριώτες του.Γυναίκες που είχαν παντρευτεί Σαμπατινιώτες.Και αυτές απο την Τρυπίτσα.Κουράστηκε , μα μόλις έφτασε στην Αγία Παρασκευή πήρε δυνάμεις αφού μετά από τόση ανηφοριά πάταγε πιά σε ίσιωμα. Όλοι τον γνώριζαν στην Σαμπατίνα.Όλοι ακόμα και τα παιδιά που ήταν φόβος για τον άτυχο Λαίνα.Έφτασε σε αυτό που λέγανε πλατεία οι Σαμπατινιώτες.Πρώτα ,πρώτα έσκυψε και ήπιε νερό,ακόμα δεν είχαν φτιάξει την βρύση, και προχώρησε στο μαγαζάκι που ήταν κάτω από τον πλάτανο. Μπήκε μέσα και χαιρέτησε αλλους δύο που ήταν εκεί.Τι κάνεις μπάρμπα Νίκο τον ρώτησε ο ένας.Από που έρχεσαι: Τι θα πιεις; Τι θα έπινε,κρασί είπε.Ήρθε ένα ποτήρι κατακόκκινο κρασί που το ρούφηξε χωρίς ανάσα.Ζήτησε ένα’’φυλλάδιο’’ για τσιγάρο,και του έδωσε ο Χρυσούλης.Άναψε το τσιγάρο και βγήκε στην πόρτα ,στάθηκε λίγο και βγήκε χαιρετώντας τους ανθρώπους του καφενείου.Πήρε την κατηφόρα και σε λίγο μπήκε σε ένα σπίτι που φάνηκε ότι ήξερε καλά.Εκεί πέρασε το μεσημέρι που έφαγε και κοιμήθηκε έξω κάτω από την κρεβατίνα.Ουσιαστικά δεν κοιμήθηκε αφού εκείνο το κόκκινο κοπρόσκυλο τον ενοχλούσε.Αφού τον φίλεψαν φορτώθηκε το τσουβάλι και έφυγε. Πέρασε από την πηγή,ήπιε και πήρε τον ανήφορο. Έκανε καμία ώρα να φτάσει στον Μπερίκο,που να μην έφτανε…Φτάνοντας κοντά στην εκκλησία πέντε ,έξι λιανόπαιδα λές και τον περίμεναν, άρχιζαν να τον φωνάζουν και να τον κοροϊδεύουν.Ένα μάλιστα ,το μεγαλύτερο, είχε στα χέρια του ένα κονσερβοκούτι και του το αμόλησε στο κεφάλι.Πάνω απ΄την πλατεία ήταν ένα καφενείο που το ήξερε από άλλη του επίσκεψη,’’Η ΑΜΒΡΑΚΙΑ’’. Ανέβηκε με δυσκολία .Είχε κόσμο το μαγαζί.Όλοι τον χαιρέτησαν… Τον κέρασαν ότι ήθελε,και όσο ήθελε.Ήπιε πολύ κρασί και όταν ο άνθρωπος πίνει του λύνεται η γλώσσα.Έλεγε και ‘’εξυπνάδες’’ ο Λαίνας.Το πρώτο που ζήτησε ήταν το ‘’μαζέψτε τα παιδιά σας’’!Έμεινε πολλές ώρες ,νύχτωσε για τα καλά.”Επρεπε κάπου να κοιμηθεί.Έλα στο σπίτι μου απόψε του είπε ο Ξένος,θα κοιμηθείς στο μπαλκόνι.Δεν ήθελε παρακάλια.¨Ηρθαν στο σπίτι και εμείς κατατρομοκρατηθήκαμε.Ευτυχώς που τον έβαλε στο μπαλκόνι ο πατέρας μας. Δεν κατουρήσαμε εκείνο το βράδυ.Έφυγε πρωί πρωί και το μεσημέρι ήταν στον Νεροσύρτη.Τον φιλοξένησαν οι Γρομητσαραίοι τον φίλεψαν και το απόγευμα γύρισε πίσω.Ήρθε στην Τραμπάλα καί δίπλα από την Αγία Παρασκευή κατέβηκε πρός τα σπίτια των Ζαίων.Εκεί φιλέυτηκε ,και το τσουβάλι φούσκωνε.Πήγε στον Μπέκιο,πέρασε το ρέμα και ανέβηκε επάνω .Έφτασε στο σπίτι του Μαικαντοκώτσου.Αυτός ήταν έξω, την ώρα που ασθμαίνοντας,φορτωμένος έφτασε ο Λαίνας. Τον γνώριζε ο Μαικαντοκώτσος.Γεια Σου ρε μπάρμπα Νίκο, τι κάνεις; Ό Λαίνας κάθισε εκεί απ έξω σε ένα κοτρώνι.Τι να σε κεράσω; Φέρε λίγο κρασάκι αμα υπάρχει. Φέρε λιγάκι κρασί μωρή Σπυρδούλα φώναξε,Έφτασε με έναν γιάλινο μαστραπα και ένα κανατάκι η Σπυριδούλα.Το ήπιε σε χρόνο μηδέν και πλατάγιασε την γλώσσα του.Κοινωνιά είναι αυτό ,είπε.Κάτσε να φάμε ,θα πεινάς του είπε ο Μαικαντοκώστας. Δεν θέλω του απάντησε,’’έφαγα εψές νωρίς”.! Έχεις να ακουμπήσω κάπου για απόψε; Ρώτησε.Που να σε βάλω μωρέ διάολε,εμείς δεν χωράμε καλά,καλά οι δυό μας. Ο Λαίνας γύρισε το κεφάλι του και βλέπει το άδειο κουμάσι και του λέει:Να εκεί,θα κοιμηθεί άλλος απόψε;Κοιμήθηκε και το πρωί, πρωί,έφυγε.Πέρασε μέσα απο το Κουρί του Μπερίκου (Δρυμώνα) και νωρίς νωρίς βρέθηκε στα Νιαφέικα,στην Κοσκινά στον μύλο.Παλιός γνωστός του ο μπάρμπα Μήτσος.Έφαγε και ήπιε κρασάκι ο Λαίνας,πήρε τα δωράκια του,πήρε και ψωμί και νερό για τον δρόμο καί είπε ότι θα πάει κατα Κόνισκα.Ή ζέστη δυνάμωνε και έκανε το περπάτημα του Λαίνα δύσκολο,αφού και το τσουβάλι είχε βαρύνει κάμποσο.Το κρασί και ο ήλιος τον είχαν ζαλίσει,βάδιζε δύσκολα μουρμουρίζοντας μόνος του.Πέρασε την γέφυρα κοιτάζοντας το πλούσιο νερό που κατέβαζε το ποτάμι.Έφτασε το βράδυ καταταλαιπωρημένος στην Κόνισκα.Έφτασε αργά ,όλοι είχαν κοιμηθεί.Άρχισε να ψάχνει που θα κοιμηθεί.Πήγε στην εκκλησία.Πάτησε το μάνταλο και η πόρτα άνοιξε,Ένα κεράκι ήταν αναμμένο στο μανάλι και έριχνε ένα χαμηλό φώς στην σκοτεινή εκκλησία.Πήγε κοντά στο παγκάρι που είχε στην σειρά καρέκλες,ξάπλωσε και κοιμήθηκε.Πρωί,πρωί ένιωσε να τον ταρακουνά κάποιος.Ήταν ο νεωκόρος…¨Ηταν Κυριακή και είχε λειτουργία.Έφυγε κακήν κακώς.Έπεσε πάνω στον παπά και πήγε να τον ρίξει κάτω.Σιγά ευλογημένε του είπε…εκείνος θα με σκοτώσεις…! Φορτωμένος ο ατυχής Λαϊνας κατηφόρησε να βγεί από την Κόνισκα,στην άκρη του χωριού σταμάτησε λίγο να ξεκουρασθεί,Διψούσε και ήθελε νεράκι.Εκεί μια μικρή βρυσούλα ξεδιψούσε τους διαβάτες.Δίπλα απο την βρυσούλα ήταν δεμένα δυό τεράστια άλογα. Πλησίασε στην βρυσούλα και ξεφορτώθηκε το τσουβάλι με τα πράγματα .Είχε μέσα διάφορα κατσαρολικά το τσουβάλι και έκαναν ένα δυνατο θόρυβο με αποτέλεσμα τα δυό ζώα να ξαφνιαστούν να τρομάξουν να λυθούν και να το βάλουν στα πόδια μέσα στο χωριό.Τρόμαξε πιό πολύ ο Λαίνας ,και το έβαλε στα πόδια τρομαγμένος.Δυό γυναίκες που ήταν εκεί κοντά του έβαλαν τις φωνές.Αυτός το έβαλε στα πόδια,βρίζοντας τις γυναίκες που ούρλιαζαν…!Αυτή ήταν η τελευταία φορά που είδε κάποιος τον Λαίνα.Έκτοτε χάθηκαν τα ίχνη του.Ήταν το τελευταίο του ταξίδι…! Γ.Ξ.Π.
|







